Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 15 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 

(Γράφει ο Νίκος Λεωνίδα Κωστούλας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός)

 

 

Νοσταλγικά αναπολώεκείνες τις ωραίες στιγμές του μακρινού παρελθόντος. Τα παλιά τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια στο Πολυνέρι. Τις δεκαετίες του ’50 καιτου ’60. Τα χρόνια της στέρησης και της ανέχειας. Χρόνια όμως ευτυχισμένα. Το μικρό μας έδινε χαρά. Το λίγο μας ικανοποιούσε. Ο σκληρός αγώνας για επιβίωση ομόρφαινε τη ζωή μας, έδινε νόημα στην ύπαρξή μας. Έσφυζε το χωριό από ζωή. Οι αυλές των σπιτιών γεμάτες παιδιά , μεσήλικες, γέρους. Φωνές και γέλια ανθρώπων ανάκατα με βελάσματα, μουγκρίσματα, γαυγίσματα. Συχνή η ασύρματη επικοινωνία!!! (Ώωωωω Κώσταινα, κόψ’ του νιρό, ήρθαν τα σμάδια), ανάλογη κάθε φορά με τις ασχολίες ή τις ανάγκες της στιγμής.

Εγερτήριο για όλουςπριν ακόμα ξημερώσει ή χαράματα. Ο καθένας γνώριζε την ασχολία του.

Τα παιδιά (μόνο τα αγόρια μέχρι τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50), αφού έτρωγαν στα γρήγορα τον πρωινό τους τραχανά, έβαζανστο τσιατσιούλι τους (επώνυμη!!! μάλλινη σχολικήτσάντα) τα λιγοστά βιβλία και, όσα παιδιά έμεναν μακριά, ένα κομμάτι μπομπότα με τυρί για το μεσημεριανό φαγητό, έφευγαν για το σχολείο, από το οποίο θα επέστρεφαν αργά το απόγευμα, αφού αυτό λειτουργούσεπρωί και απόγευμα.. Άσχημες καιρικές συνθήκες (χιόνια, καταρρακτώδεις βροχές κλπ.) δεν αποτελούσαν αιτία μη λειτουργίας του Σχολείου. Οι μαθητές ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να φτάσουν στο Σχολείο, μερικοί (όπως οι κάτοικοι του Λογγά) διανύοντας μια απόσπαση μεγαλύτερη της μιας ώρας.

Και όταν σταματούσαν τα Σχολεία, στις διακοπές, τα παιδιά θα βοηθούσαν την οικογένεια με οποιονδήποτε τρόπο, άλλα βγάζοντας για βοσκή τη μανάρα γίδα, που σχεδόν σε όλα τα σπίτια υπήρχε για το ημερήσιο γάλα της οικογένειας, άλλα αναλαμβάνοντας τη φύλαξη των ζυγουριών ή κάνοντας διάφορες μικροδουλειές. Ο ελεύθερος χρόνος ήταν ελάχιστος. Έβρισκαν πάντως το χρόνο, κατά διαστήματα, να παίζουν παιχνίδια της εποχής εκείνης: τσιλίκα, γουρούνα, κρυφτούλι, σκατούλια κλπ.

Οι άντρες είχαν δύο κύριες ασχολίες: Ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί. Τον περισσότερο καιρό ασχολούνταν με τα ζώα. Είχαν κυρίως πρόβατα και γίδια, αλλά και γελάδια.

Δεδομένου ότι παλιότερα είχαν όλοι κοπάδιαπροβάτων και γιδιών, άλλοι μικρότερα άλλοι μεγαλύτερα, ο χώρος για τη βοσκή τους ήταν αρκετά περιορισμένος και συγκεκριμένος για τον καθένα. Πολλοί πήγαιναν τα κοπάδια τους στη χούνη, άλλοι στους Γράβ(ου)ς, άλλοι στην Γκορτσιά, στον κάναλο, στον έλατο, στο Μαυροβούνι ή στην πλαγιά του, στο Λογγά κλπ. Στην κάθε τοποθεσία – βοσκοτόπι οι κτηνοτρόφοι είχαν καλύβες πέτρινες, για να μένουν και να αποθηκεύουν τα προϊόντα τους (τυρί, γάλα κλπ.).

Στις καλύβες λοιπόν έμεναν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονήςτους στο Πολυνέρι, από το τέλος περίπου Απριλίου ως τον Οκτώβριο, που έφευγαν για τα χειμαδιά (Θεσσαλία ή Ξηρόμερο). Κατέβαιναν κατά διαστήματα στο χωριό, για να προμηθευτούν ψωμί, αλάτι για τα ζώα και το τυρί και ό,τιάλλο είχαν ανάγκη. Κύρια τροφή τους ήταν το βραστόγαλο. Κάποιες φορές ανέβαινε στις καλύβες η γυναίκα ή η αδελφή του βοσκού, για να μεταφέρει τα αναγκαία και ίσως και μαγειρεμένο φαγητό, συνήθως φασόλια ή φασολάκια ή καμιά πίτα. Κατεβαίνοντας έφερναν τυρί ή, τον Αύγουστο, τσαλαφούτι για την οικογένεια.

Η φύλαξη των κοπαδιών καιτο άρμεγμα ήταν η κύρια ασχολία τους. Πέρα από αυτά έπρεπε να βράσουν το γάλα, να πήξουν το τυρί, να πλύνουν τις τσαντίλες και τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν, τον Αύγουστο να φτιάξουν το τσαλαφούτι κλπ.

Όμως οι άντρες έπρεπε να ασχοληθούν και με τις αγροτικές δουλειές: Να οργώσουν και να σπείρουν τα χωράφια, ποτιστικά και ξερικά, και, μαζί με τις γυναίκες, να ποτίζουν, να σκαλίζουν, να κάνουν τη συγκομιδή των καρπών. Όταν υπήρχε η δυνατότητα, ο αρχηγός της οικογένειας έμενε στο σπίτι και ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες, ενώ στα κοπάδια πήγαινε ο παππούς ή ο γιος.

Λίγα λόγια για το πότισμα. Ευτυχώς στο Πολυνέρι υπήρχαν και υπάρχουν πολλά νερά και επομένως τα ποτιστικά χωράφια ήταν αποδοτικά. Υπήρχαν αυλάκια που ξεκινούσαν από την πηγή ή από το ποτάμι και έφταναν στο χωριό και σ’ όλα τα χωράφια. Στην αρχή της ποτιστικής περιόδου «έβγαζαν» το αυλάκι. Ο καθένας είχε ένα μέρος του αυλακιού, που έπρεπε να το καθαρίσει και να το ανοίξει. Μετά οριζόταν η σειρά με την οποία θα πότιζαν. Ο καθένας πότιζε κάθε τέσσερις μέρες, τη μια φορά μέρα, την άλλη νύχτα.

Το πότισμα ήταν δύσκολη υπόθεση. Έπρεπε όλη την ημέρα ή όλη την νύχτα συνήθως δύο άτομα να βρίσκονται μέσα στο χωράφι, μέσα στα καλαμπόκια, για να κατευθύνουν με το σκαλιστήρι τονερό κατάλληλα, ώστε να ποτιστεί σωστά, δηλαδή να ποτιστεί αρκετά, χωρίς όμως να πλημμυρίσει.

Οι γυναίκες ήταν επιφορτισμένες με πολλές ασχολίες. Μαγείρευαν, συγύριζαν το σπίτι, το καθάριζαν, σκούπιζαν την αυλή, έπλεναν τα πιάτα και άλλα σκεύη, τα ρούχα και κλινοσκεπάσματα ή χαλιά, έγνεθαν, έβαφαν τα νήματα, ύφαιναν, έπλεκαν ή κεντούσαν, μπάλωναν τα ρούχα, ζύμωναντο ψωμί και το έψηναν στη γάστρα, έφερναν νερό στο σπίτι με τη βαρέλα από τη βρύση, που συνήθως ήταν αρκετά μακριά. Ακόμα ζαλικόνονταν και κουβαλούσανξύλα στο σπίτι, από αρκετά μακριά, για τις ανάγκες της οικογένειας.

Πήγαιναν επίσης κατά διαστήματα στο μύλο, για να αλέσουν το καλαμπόκι. Ο μύλος βρισκόταν χαμηλά στο ποτάμι. Έπρεπε επομένως φορτωμένες με το καλαμπόκι να κατεβούν μέχρι το μύλο και, αφού άλεθαν, φορτωμένες πάλι με πολλά κιλά (πολλές οκάδες τότε) αλεύρι, να ανεβούν στο σπίτι.

Συμμετείχαν, όπως ανέφερα παραπάνω, και στο πότισμα και το σκάλισμα των χωραφιών και στη συγκομιδή των καρπών.

Ιδιαίτερα τα κορίτσια φρόντιζαν ,από μικρή ηλικία, να ετοιμάσουν την προίκα τους (τα προικιά τους) : να υφάνουν χαλιά με περίπλοκα και όμορφα σχέδια, μπατανίες, σεντόνια βαμβακομάλλινα, φλοκάτες και στείρες βελέντζες, πατάκια και διαδρόμους, τροβάδες, να πλέξουν φανέλες μάλλινες, κάλτσες (τσουρέπια), φούστες, πουλόβερ. Κεντούσαν τραπεζομάντιλα, πετσέτες φαγητού και άλλα. Έκαναν διάφορα σεμέν κεντητά ή υφαντά. Η νοικοκυροσύνη της καθεμιάς κρινόταν από «τα προικιά» που διέθετε.

 

 

[ Επιστροφή ]