Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 17 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 (Το κείμενο αυτό γράφτηκε από το Νίκο Λεωνίδα Κωστούλα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΟΛΥΝΕΡΙ», αριθ. φύλλου 2, Ιανουάριο1998)

 

Με απλό και λιτό τρόπο έχτιζαν παλιά τα σπίτια στο Πολυνέρι (Κοθώνι τότε). Συνήθως έπαιρναν μαστόρους από μακριά, κυρίως Ηπειρώτες, που ήταν έμπειροι και επιδέξιοι τεχνίτες και έχτιζαν μικρά μεν αλλά στέρεα και όμορφα σπίτια.

Η πιο συνηθισμένη μορφή του σπιτιού ήταν: δυο αρκετά μεγάλα δωμάτια και ένα μικρό χολ.  Η κύρια είσοδος οδηγούσε στ χολ και δεξιά και αριστερά ήταν οι είσοδοι των δυο δωματίων. Αν το έδαφος ήταν ημικλινές, έκαναν και υπόγειο, που από το κάτω μέρος ήταν ισόγειο και χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη και βοηθητικός χώρος. Έτσι το σπίτι φαινόταν δίπατο. Στις περιπτώσεις που το σπίτι ήταν ισόγειο μόνο, χτισμένο δηλαδή σε επίπεδο μέρος, κατασκεύαζαν για αποθήκες χωριστές πέτρινες καλύβες.

Στα δυο αυτά ευρύχωρα δωμάτια έμεναν συνήθως δυο αδέλφια με τις οικογένειές τους. Αν όμως ένα αγόρι στην οικογένεια, είχε την πολυτέλεια να χρησιμοποιεί, με τη δική του οικογένεια, δυο δωμάτια και αποθήκη (υπόγειο ή καλύβα). Στην περίπτωση αυτή το σπίτι είχε υπόγειο κάτω από το ένα μόνο δωμάτιο.

Οι οικογένειες ήταν συνήθως πολυμελείς. Έξι έως οκτώ άτομα (γονείς, παιδιά, παππούδες) έμεναν συνήθως σε ένα δωμάτιο. Ούτε λόγος βέβαια για έπιπλα, γιατί ούτε ο χώρος επαρκούσε ούτε χρήματα υπήρχαν. Ανύπαρκτα λοιπόν τα κρεβάτια, το τραπέζι, οι καρέκλες. Στρωματσάδα κοιμούνταν όλοι, πάνω στο μάλλινο χαλί, συνηθέστερα από τραγόμαλλο (γιδίσιο μαλλί), σ’ αυτό κάθονταν και εκεί έτρωγαν. Παρ’ όλα αυτά ήταν όλοι ευχαριστημένοι και ζούσαν χωρίς άγχος. Κυρίως όμως τα σπίτια ήταν γεμάτα ζωή και γέλιο και οι αυλές και τα πεζούλια τους γεμάτες κόσμο.

Όταν ήθελε να χτίσει κάποιος σπίτι, έπρεπε, πριν ακόμα καλέσει τους μαστόρους, να εξασφαλίσει τα υλικά: ασβέστη, ξυλεία, πέτρα, άμμο. Την άμμο την έβγαζαν στο ποτάμι και την κουβαλούσαν με τα μουλάρια μέσα σε ειδικές ξύλινες κάσες.

Η ασβέστη

Την ασβέστη (ή τον ασβέστη, όπως συνήθιζαν να τον λένε,) παλιότερα την έκαναν μόνοι τους σε ειδικές ασβεσταριές. Ήταν απαραίτητο να συγκροτηθεί μια ομάδα τουλάχιστον τεσσάρων ατόμων. Τα άτομα αυτά ή είχαν ανάγκη από ασβέστη ή την πωλούσαν στους συγχωριανούς τους. Και υπήρχαν πολλοί, χωρίς να είναι επαγγελματίες ασβεστάδες, γνώριζαν την τέχνη να κατασκευάζουν ασβέστη.

Πρώτα επέλεγαν το κατάλληλο μέρος, όπου θα κατασκεύαζαν την ασβεσταριά. Έπρεπε δηλαδή να υπάρχουν άφθονα ξύλα και κατάλληλη πέτρα, άσπρη και καθαρή, ο ασβεστόλιθος,, καθώς και πρόσβαση στο χωριό για τη μεταφορά της ασβέστης. Για την κατασκευή της ασβεσταριάς προτιμούσαν ημικλινές σημείο. Η τελευταία ασβεσταριά που θυμάμαι έγινε στο σημείο που σήμερα τοποθέτησαν τον καναλάκη.

Δε γνωρίζω, βέβαια τον ακριβή τρόπο, με τον οποίο κατασκεύαζαν την ασβεσταριά. Σε γενικές γραμμές έχτιζαν  με ανθεκτική πέτρα έναν πολύ μεγάλο φούρνο, εσωτερικά έχτιζαν τον ασβεστόλιθο σε σχήμα θόλου, άφηναν ένα άνοιγμα, για να ρίχνουν τα ξύλα, και από πάνω έριχναν πέτρες και χώμα, ώστε να μένει εγκλωβισμένη η θερμοκρασία.

Στη συνέχεια φρόντιζαν να μεταφερθούν μεγάλες ποσότητες από ξύλα και, αφού άναβαν φωτιά, έριχναν κατά διαστήματα από το άνοιγμα αρκετά ξύλα, ώστε να καίει συνεχώς η φωτιά. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε περίπου δυο μερόνυχτα, χωρίς σταματημό. Με τη μεγάλη θερμοκρασία ο ασβεστόλιθος γινόταν ασβέστη.

Οι περισσότεροι χωριανοί αγόραζαν ασβέστη, ακόμα και αν δεν την είχαν άμεση ανάγκη. Τη μετέφεραν στο σπίτι, άνοιγαν ένα λάκκο, τον γέμιζαν νερό και εκεί «έσβηναν» την ασβέστη. Αφού γινόταν ένας σφιχτός πολτός, τη σκέπαζαν με χώμα και τη διατηρούσαν εκεί για χρόνια, χωρίς να πάθει τίποτα. Κάθε φορά που είχαν ανάγκη από ασβέστη, άνοιγαν το λάκκο, έπαιρναν την ποσότητα που ήθελαν και τον έκλειναν ξανά με χώμα. Κυρίως, όμως, μ’ αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε την ασβέστη εκείνος που ήθελε να κατασκευάσει σπίτι.

Η ξυλεία

Και η ξυλεία (μαδέρια, δοκάρια, καδρόνια, σανίδια κλπ.), που ήταν απαραίτητη για το χτίσιμο του σπιτιού, δεν μπορούσε να μεταφερθεί από μακριά, αφού δεν υπήρχε δρόμος, αλλά προερχόταν από το δάσος του χωριού.

Έμπειροι τεχνίτες, μετά από σχετική άδεια, έκοβαν έλατα από το βουνό και από τους κορμούς τους έβγαζαν την απαραίτητη ξυλεία. Μ’ ένα μεγάλο πριόνι, την κόφτρα, έκοβαν τους κατάλληλους κορμούς, καθάριζαν τα κλαδιά και τους ξεφλούδιζαν. Κάποιους κορμούς, τους κατάλληλους ανάλογα με τις ανάγκες τους, τους μετέφεραν, τραβώντας τους σβαρνιστά με τα μουλάρια, στο χωριό ολόκληρους και τους χρησιμοποιούσαν ως μαδέρια ή δοκάρια τους λεπτότερους. Τους περισσότερους τους τεμάχιζαν σε μικρότερα κομμάτια, για να μπορούν έτσι να τα μεταφέρουν σε κάποιο σημείο που επέλεγαν ως εργαστήριό τους. Από τους τεμαχισμένους αυτούς κορμούς έβγαζαν τα σανίδια, τα πέταβρα και τα καδρόνια, που ήταν απαραίτητα για το χτίσιμο του σπιτιού.

Το πρόχειρο εργαστήρι τους ήταν ένα κρεβάτι, που στηριζόταν σε χοντρούς στύλους μπηγμένους στο έδαφος.

Για να βγάλουν τα σανίδια, χρησιμοποιούσαν λεπίδες πριονιού. Η κάθε λεπίδα τοποθετούνταν σε ειδικό πλαίσιο, τον αργαλειό, και ήταν καλά τεντωμένη. Ήταν απαραίτητα δυο άτομα για να βγάλουν τα σανίδια, ένας από πάνω, που καθόταν στον κορμό, και ένας από κάτω. Συντονισμένα και με ρυθμό τραβούσε ο καθένας με δύναμη τον αργαλειό προς την κατεύθυνσή του.

Τα πιο καλά σανίδια τα χρησιμοποιούσαν για πατώματα, ταβάνια (σπάνια, βέβαια, έκανε κανείς ταβάνι), για ντουλάπες, αμπάρια, κασέλες, παράθυρα, πόρτες κλπ. Τα πιο πρόχειρα τα χρησιμοποιούσαν κυρίως για πέταβρα.

Σανίδια δεν προμηθευόταν μόνο όποιος ήθελε να χτίσει σπίτι, αλλά και πολλοί άλλοι χωριανοί αγόραζαν, για να τα έχουν, ως απόθεμα, σε περίπτωση που κάποτε θα τα χρειάζονταν, και τούτο γιατί δεν ήταν εύκολο να βρει κανείς σανίδια τη στιγμή που τα ήθελε.

Οι πέτρες

Όλα τα σπίτια ήταν πέτρινα. Και για ένα σπίτι απαιτούνταν μεγάλη ποσότητα πέτρας, που έπρεπε να τη μεταφέρουν από κάποια χιλιόμετρα μακριά. Τα μέλη μιας οικογένειας ή έστω και οι στενοί συγγενείς τους δεν ήταν δυνατό να μεταφέρουν τόση πέτρα. Απαραίτητη, λοιπόν, και στην περίπτωση αυτή η αλληλοβοήθεια. Άγραφος νόμος επέβαλλε να βοηθήσουν όλοι. Έτσι, σαν υπήρχε ανάγκη, έδιναν όλοι ένα χέρι βοήθειας. Ο ένας πίσω από τον άλλο, σε μια ατέλειωτη ουρά, οι συγχωριανοί πήγαιναν στο σημείο που έβγαζαν την πέτρα. έδενε ο καθένας τα χέρια πίσω, του τοποθετούσαν την πέτρα και ο ένας πίσω από τον άλλον πάλι μετέφεραν τις πέτρες στο σημείο που χτιζόταν το σπίτι.

Επιδέξιοι τεχνίτες, με το καλέμι και το σφυρί, λάξευαν τις πέτρες και έκαναν τα «αγκωνάρια», τις πέτρες δηλαδή με τις οποίες θα έχτιζαν τις γωνίες του σπιτιού, των παραθύρων και της πόρτας.

Γενικά λοιπόν η ανάγκη και οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν επέβαλλαν στους παλιότερους κατοίκους του χωριού μας να είναι επινοητικοί, έμπειροι, πολυάσχολοι, αυτάρκεις σχεδόν σε όλα, ιδίως όμως αλληλέγγυοι, ενωμένοι και αγαπημένοι.

 

 

  [ Επιστροφή ]