Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 37 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από το Νίκο Λεωνίδα Κωστούλα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΟΛΥΝΕΡΙ», αριθ. φύλλου 5, Μάρτιος 1999)

Συχνά άκουγε ο καθένας παλιότερα στο χωριό τη φράση: «πήγε κείθε» ή «πότε θα πάμε κείθε;» .

To «κείθε» είναι η αρχαία ελληνική λέξη «εκείθεν», που

σήμαινε «από εκείνο το μέρος» ή «πέρα από εκείνο το σημείο». Άρα «κείθε» σήμαινε πέρα και πίσω από το βουνό, από την ορατή κορυφογραμμή της Λέουσας και επομένως σήμαινε την Πύλη (Πόρτα), το βασικό κέντρο ανεφοδιασμού των ορεινών χωριών, που βρισκόταν πέρα και πίσω από το βουνό. Υπήρχε, βέβαια στους ολιγαρκείς κατοίκους του χωριού μας αυτάρκεια των περισσότερων αγαθών, κάποια άλλα όμως αγαθά έπρεπε να τα προμηθευτούν κυρίως από την Πύλη. Γι’ αυτό και, κατά διαστήματα, από την Άνοιξη ως το Φθινόπωρο, που οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, επισκέπτονταν την Πύλη, για την προμήθεια των απαραίτητων αγαθών.

Σχεδόν κάθε οικογένεια είχε το δικό της Ι.Χ. - ένα μουλάρι – για ποικίλες χρήσεις. Το μουλάρι εξυπηρετούσε πολλαπλές ανάγκες: Μ’ αυτό ο καθένας όργωνε το χωράφι του και το σβαρνούσε, αυτό χρησιμοποιούσε για τις μικρές ή μεγάλες μετακινήσεις του, ως καβαλάρης, ιδιαίτερα δε για τη συμμετοχή του σε γάμο, όταν ήταν απαραίτητο να διανυθεί κάποια απόσταση – και στην περίπτωση αυτή το στόλιζαν εντυπωσιακά -, αυτό ήταν το κύριο μεταφορικό του μέσο για τη μεταφορά υλικών και αγαθών, αυτό επομένως χρησιμοποιούσε, για να πάει «κείθε».

Η μετάβαση στην Πύλη γινόταν οργανωμένα και σε συγκεκριμένο χρόνο. Εξυπηρετούσε να βρίσκονται στην Πύλη την ημέρα που γινόταν το παζάρι, η εβδομαδιαία λαϊκή αγορά, την Παρασκευή. Γι’ αυτό ξεκινούσαν από το χωριό την Πέμπτη το μεσημέρι. Πήγαιναν κατά ομάδες, για να κουβεντιάζουν στο δρόμο, αλλά και να περνούν τη νύχτα πολλοί μαζί στην ύπαιθρο, όπου διανυκτέρευαν. Η μετάβαση προς την Πύλη ήταν άνετη, αφού τα μουλάρια πήγαιναν χωρίς φόρτωμα και έτσι είχαν τη δυνατότητα να τα καβαλικεύουν. Μόνο σε απότομες κατηφόρες πήγαιναν πεζοί, γιατί η κατηφόρα ήταν εύκολη, αλλά και γιατί είναι δύσκολο και κουραστικό να είναι κανείς καβαλάρης σε κατηφόρα.

Η διαδρομή ήταν διαφορετική τότε. Όλοι οι κάτοικοι της Παναγιάς, από οπουδήποτε και αν ξεκινούσαν, έφθαναν στη Λάκα Δράκου. Οι περισσότεροι προσπερνούσαν το εικόνισμα της Παναγιάς και κατέβαιναν στη Λάκα Δράκου, άλλοι ανέβαιναν από το συνοικισμό Λογγά ή από άλλες περιοχές στο ίδιο σημείο και άλλοι κατέβαιναν από του Λιάτου. Στη συνέχεια περνούσαν πάνω από τη σπηλιά, κατέβαιναν στο ποτάμι, περνούσαν το γεφύρι (ξύλινο παλιότερα), ανέβαιναν στις Βρύσες (Ορσίδες) και έφταναν στην εκκλησία. Εκεί στην εκκλησία κατέβαιναν και οι κάτοικοι του «χωριού», δηλαδή του κύριου συνοικισμού του Πολυνερίου. Στη συνέχεια έφθαναν στο Σταυρό και προχωρούσαν προς τις Σκάλες, τις οποίες διέσχιζαν από ένα μονοπάτι, δύσβατο σε πολλά σημεία, που υπήρχε χαμηλότερα από το σημερινό δρόμο. Προσπερνούσαν τη Βρωμόβρυση, διάβαιναν το ποταμάκι, διέσχιζαν το Βαλκάνο, ανέβαιναν την πλαγιά και προσπερνώντας ένα ξέφωτο, που ονομαζόταν «Καμάγκι», έφθαναν στη Λέουσα, την πρώτη κορυφογραμμή. Από εκεί κατέβαιναν στο χάνι του Σίμου και μετά ανηφόριζαν προς τη Γκρόπα. Από τον αυχένα της Γκρόπας, το ψηλότερο σημείο της διαδρομής, κατηφόριζαν προς την Παλαιοκαρυά, μετά την οποία, ακολουθώντας σχεδόν παραποτάμια διαδρομή, έφθαναν στον Άγιο Κωνσταντίνο και από εκεί κατευθύνονταν προς την Πύλη.

Απαιτούνταν περίπου δώδεκα (12) ώρες , ιδιαίτερα κατά την επιστροφή που τα ζώα ήταν φορτωμένα, για να διανύσει κανείς αυτή τη διαδρομή, και πάντα με διανυκτέρευση «καθοδόν» και με μερικές στάσεις για ξεκούραση σε κάποιο χάνι ή άλλο κατάλληλο σημείο. Σ’ έναν τέτοιο πολυσύχναστο δρόμο, τον οποίο ακολουθούσαν όλοι οι κάτοικοι των ορεινών χωριών, υπήρχαν πολλά χάνια. Το πρώτο ήταν το χάνι του Σίμου (τελευταία το είχε ο Αποστόλης Κούτσικος), στην άκρη στο ποτάμι που κατέβαινε προς το Βαθύρευμα. Το δεύτερο βρισκόταν χαμηλότερα από τον αυχένα της Γκρόπας. Ήταν το χάνι του Φουρκιώτη. Το κυριότερο όμως ήταν στην Παλαιοκαρυά, του Αντώνη, όπως ήταν γνωστό. Στην εποχή μας το είχε ο γιος του Αντώνη Στέφος. Χαμηλότερα ήταν τα χάνια του Καψάλη, του Τσιμπίδα και του Μπέκου. Στα χάνια αυτά σταματούσαν οι διαβάτες για λίγη ξεκούραση, ένα κρύο νερό, ένα λουκουμάκι ή ένα τσίπουρο ή καφέ για τους μεγαλύτερους, αλλά πολλές φορές και για φαγητό – κυρίως φασολάδα – και διανυκτέρευση. Τα χάνια του Αντώνη και του Καψάλη διέθεταν από μια μεγάλη αίθουσα, στην οποία μπορούσαν να διανυκτερεύσουν πάρα πολλοί, στρωματσάδα, βέβαια, και συνήθως σαρδελοποιημένοι.

Τα συνηθέστερα σημεία, όπου διανυκτέρευαν, ήταν, πηγαίνοντας προς την Πύλη, η Κρύα Βρύση και, κατά την επιστροφή, το χάνι του Αντώνη. Η Κρύα Βρύση βρισκόταν στο μέσο περίπου της ανηφόρας από το χάνι του Σίμου προς την Γκρόπα. Ήταν ένα επίπεδο και απάνεμο μέρος, δίπλα στο ρυάκι, υπήρχε εκεί πηγή με κρύο νερό και βοσκή για τα ζώα, τα οποία πεδίκλωναν τη νύχτα, για να μην απομακρύνονται. Εννοείται ότι κοιμούνταν στην ύπαιθρο και μερικές φορές με τσουχτερό κρύο. Άναβαν φωτιά και γύρω από αυτή, σκεπασμένοι με ένα σπαλέτο, περνούσαν τη νύχτα.

Και μια παρέκβαση: Κάποια φορά, κατεβαίνοντας προς την Πύλη, διανυκτερεύσαμε κάτω από τον αυχένα της Γκρόπας προς την Παλαιοκαρυά. Ήταν Φθινόπωρο, το υψόμετρο μεγάλο και έκανε τσουχτερό κρύο. Θυμάμαι , καθώς μαζευτήκαμε γύρω από τη φωτιά, για να περάσουμε τη νύχτα, τα λόγια του Στέλιου Χαμπέρη (Στύλιου Γκέκα): «Κοιτάξτε, βρε παιδιά, πώς προσαρμόζεται ο άνθρωπος. Εδώ, πάνω στο βουνό, με τόσο κρύο, περνάμε τη νύχτα με ένα σπαλέτο και δεν παραπονιόμαστε. Μέσα στο σπίτι μας, σκεπασμένοι με δυο φλοκάτες βελέντζες, και πάλι κρυώνουμε».

Πολύ πριν ξημερώσει ξυπνούσαν και ξεκινούσαν για την Πύλη, στην οποία έπρεπε να φτάσουν νωρίς, για να κάνουν τα ψώνια. Ψώνιζαν συνήθως από συγκεκριμένα μαγαζιά – πολυκαταστήματα της εποχής εκείνης – τις πιο πολλές φορές βερεσέ. Οι μαγαζάτορες τους ήξεραν, ήταν μόνιμοι πελάτες. Άλλοι ψώνιζαν από το Στέφανο (Στέφο) Μπαμπαλιάρη, άλλοι από το Γώγο Μπαλά και ελάχιστοι από άλλους.

Τα συνηθισμένα ψώνια: λάδι, ζάχαρη, καφέ άψητο, τσίπουρο, αλεύρι για λειτουργιές (πρόσφορα), υφάσματα, φόδρα για τα μάλλινα ρούχα, πουκάμισα, διάφορα ψιλικά, πέταλα και καρφιά, για να καλιγώνουν τα μουλάρια. Στον Παπαστέργιο έκαναν τα παπούτσια «επί παραγγελία». Από το μονοπώλιο αγόραζαν αλάτι χοντρό (για τα ζώα, το τυρί και για τις ανάγκες του σπιτιού) και καθαρό πετρέλαιο για το καντήλι ή τη λάμπα.

Από το παζάρι προμηθεύονταν λίγα καρπούζια, πεπόνια και σταφύλια. Πάντα θα έπαιρναν και λίγες καραμέλες (ζαχαρωτά), λίγο χαλβά και ψωμί φαρίνα. Γι’ αυτό και τα παιδιά της κάθε οικογένειας τους περίμεναν να γυρίσουν από κείθε με μεγάλη ανυπομονησία.

Μετά το μεσημέρι της Παρασκευής, αφού ολοκλήρωναν τα ψώνια τους, φόρτωναν τα ζώα και ξεκινούσαν για το ταξίδι της επιστροφής. Το σημείο διανυκτέρευσης εξαρτιόταν από την ώρα αναχώρησης από την Πύλη. Συνήθως διανυκτέρευαν και ξεκουράζονταν στον Αντώνη, γιατί το πρωί του Σαββάτου είχαν μπροστά τους τη δύσκολη ανηφόρα μέχρι την Γκρόπα. Στο χωριό έφταναν το απόγευμα του Σαββάτου.