Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 14 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης


(Γράφει ο Νικόλαος Λεωνίδα Κωστούλας, συνταξιούχος καθηγητής)

Παλιότερα τα φαγητά των Πολυνεριτών ήταν σχετικά με τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα που οι ίδιοι παρήγαγαν. Ας δούμε ποια ήταν αυτά:

Κρέας: Αν και όλοι οι κάτοικοι του Πολυνερίου ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί, ελάχιστες φορές το χρόνο μαγείρευαν κρέας. Όχι γιατί δεν το ήθελαν, αλλά σπάνια έσφαζε κάποιος μια προβατίνα ή γίδα, για να μαγειρέψουν στο σπίτι του κρέας και να πουλήσει σε άλλους ενδιαφερόμενους το μεγαλύτερο μέρος του σφάγιου. Κρεοπωλείο, βέβαια, δεν υπήρχε στο χωριό. Τα πρόβατα ή τα γίδια τα είχαν για «έχος», για να γεννούν, δηλαδή, αρνιά ή κατσίκια, να αρμέγουν το γάλα τους και να χρησιμοποιούν το μαλλί τους. Και ήθελε ο καθένας να έχει όσο το δυνατόν περισσότερα, για να μπορεί έτσι να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειάς του. Αν καμιά φορά τύχαινε να γκρεμιστεί κάποιο ζώο, τότε υποχρεωτικά το έσφαζαν και έτρωγαν το κρέας τους. Οι κτηνοτρόφοι μάλιστα που είχαν τα πρόβατά τους στη χούνη, σε περίπτωση που γκρεμιζόταν κάποιο ζώο, το έσφαζαν και, αφού μαγείρευαν μια ποσότητα του κρέατος, το υπόλοιπο το τοποθετούσαν σε μια τρύπα – σπηλιά, που κρατούσε όλο το καλοκαίρι χιόνι και ήταν ένα είδος φυσικού ψυγείου.

Όπως είναι ευνόητο, τα αιγοπρόβατα εξασφάλιζαν στις οικογένειες των Πολυνεριτών αρκετά εφόδια απαραίτητα για τη διατροφή τους.

Το βασικότερο, βέβαια, ήταν το τυρί, θρεπτικότατο φαγώσιμο αλλά και συμπλήρωμα ή συνοδευτικό κάθε φαγητού. Το τυρί αποτελούσε εξάλλου και συστατικό πολλών φαγητών (τυρόπιτα, τραχανάς κλπ). Με λιγότερα θρεπτικά συστατικά ήταν η μυζήθρα (παραγόταν από το τυρόγαλο, το οποίο έβραζαν), καθώς και το ξινοτύρι (παραγόταν από το ξινόγαλο, που επίσης έβραζαν). Τη μυζήθρα και το ξινοτύρι τα έτρωγαν αντί για τυρί ή τα χρησιμοποιούσαν για παρασκευή φαγητών, κυρίως σε τυρόπιτες. Όταν το τυρί ήταν λιγοστό, πρόσθεταν σ’ αυτό και μυζήθρα ή ξινοτύρι, για να γίνει περισσότερο.

Το γάλα, επίσης , ήταν βασικό και απαραίτητο στοιχείο διατροφής, με ποικίλες μορφές: βραστόγαλο, ξινόγαλο, κορφή (γίδινο κυρίως γάλα αλλά και πρόβειο το άφηναν σε ένα καρδάρι μέχρι να ξινίσει και χτυπώντας το μετά στον μπουτινέλο έβγαζαν το βούτυρο), τσαλαφούτι (το αυγουστιάτικο γάλα, που ήταν χοντρό και λιγοστό, το έβραζαν, το αλάτιζαν, το τοποθετούσαν σε κάδο και το άφηναν σε δροσερό μέρος για αρκετές μέρες. Όσο περνούσε ο καιρός γινόταν πιο πηχτό και νόστιμο. Μέσα σε τουλούμι μπορούσε να διατηρηθεί και όλο το χειμώνα).

Γιαούρτι.

Το βούτυρο τέλος, κυρίως από γίδινο γάλα, δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Το χρησιμοποιούσαν σχεδόν σε όλα τα φαγητά, αφού αντικαθιστούσε το λάδι που ήταν λιγοστό σε κάθε οικογένεια. Τα ψάρια (και ιδιαίτερα οι πέστροφες), τηγανισμένα με γίδινο βούτυρο και αλευρωμένα με καλαμποκίσιο αλεύρι, ήταν νοστιμότατα.

Φασόλια ξερά (άσπρα ή κόκκινα ή γυφτοφάσουλα). Όταν ήταν λίγα, έβαζαν μέσα και καλαμπόκι. Φασολάκια (το καλοκαίρι ή λιαστά το χειμώνα).

Φακές, ρεβίθια, στιφάδο (για τους λίγους που είχαν μονόκαννο ή δίκαννο και σκότωναν λαγό).

Πίτες : λαχανόπιτα ή χορτόπιτα, τυρόπιτα, τραχανόπιτα (με ξινό ή γλυκό τραχανά), ριζόπιτα, προζ(υ)μόπιτα, πλαστός.

Τα πέτ(ου)ρα ή φύλλα άνοιγαν με τον πλάστη πάνω στο πλαστήρι. Την πίτα την έψηναν στη γάστρα. Το ταψί τοποθετούνταν στην πυροστιά, κάρβουνα αναμμένα-χόβολη από κάτω και πάνω στη γάστρα. Αφού ψηνόταν, κοβόταν σε κομμάτια ή φιλιά και συνήθως τοποθετούσαν το ταψί στη μέση και γύρω - γύρω η οικογένεια έτρωγε από το ταψί (τυχερός όποιος έτρωγε γρήγορα).

Κατσιαμάκι (ή κουσμάρι) : Βούτυρο ή λάδι, νερό, αλεύρι, αλάτι. Το έβραζαν ανακατώνοντάς το συνέχεια, μέχρι που γινόταν αρκετά πηχτό. Το έτρωγαν ζεστό. Το πιο νόστιμο ήταν αυτό που κολλούσε στο χάλκινο τηγάνι και το ξύναμε με το κουτάλι.

Παπάρα: Έριχναν κρεμμύδι και λάδι στο τηγάνι και το τσιγάριζαν, πρόσθεταν νερό και, αφού έβραζε , έριχναν ψωμί και ανακάτωναν.

Κουρκούτι: με γάλα, βούτυρο, αλεύρι καλαμποκίσιο ή σιταρένιο.

Μπουκουβάλα : έκαιγαν λάδι ή βούτυρο, έριχναν τριμμένο ψωμί και το ανακάτευαν.

Τραχανάς (ξινός ή γλυκός). Το καλύτερο πρωινό φαγητό. Στον ξινό τραχανά έβαζαν τυρί, γάλα και βούτυρο. Αν τυχόν το χειμώνα έπιαναν στην πάτα κανένα κότσυφα ή τσιόνι και τα έβαζαν στον τραχανά, τότε γινόταν πεντανόστιμος.

Τηγανίτες.

Βλίτα (στο σκάλο του καλαμποκιού) με πιπέρι κόκκινο και βούτυρο ή λάδι.

Σαλάτα: Μαζεύαμε κεμμυδόφυλλα (τα κεφάλια έπρεπε να τα αφήσουμε για ξερά κρεμμύδια), τα τρίβαμε στο πιάτο, ρίχναμε αλάτι και μια σταγόνα λάδι και στύβαμε αγουρίδα.

Ηλιασμένα (λιαστά) κορόμηλα, γκόρτσα, κράνα, μήλα, τσουκνίδες, φασολάκια (κυρίως από ξερικά χωράφια. Όταν μάζευαν το καλαμπόκι, όσα φασολάκια ήταν τρυφερά, δεν είχαν γίνει, τα ήλιαζαν).

Τσάι ή μπιτούνι, μέλι.

Ψωμί: μπομπότα (χωρίς προζύμι), ανεβατό (με αλεύρι σιταρένιο και καλαμποκίσιο και προζύμι. Αυτό φούσκωνε, γι’ αυτό και το έλεγαν ανεβατό), κουλούρα ή σταχτοκουλούρα (κραμποκούκι) που την τύλιγαν με φύλλα κουτσουπιάς και την έψηναν στη χόβολη, πρόσφορα (λειτουργιές), κουλούρες γάμου.

Καφές: Αγόραζαν ωμό καφέ. Τον έψηναν (καβούρδιζαν) στον ψήστη, τον άλεθαν στο χειροκίνητο μήλο. Επειδή ο καφές ήταν λιγοστός, έψηναν και κριθάρι ή ρεβίθι στον ψήστη, τα άλεθαν και τα ανακάτευαν με τον καφέ .

Μαγειρικά σκεύη.

Γάστρα, πυροστιά, ξύστρα, τέντζερης, κακάβι, καζάνι, ταψί, τηγάνι, κουτάλα, (χλιάρα), κλειδοπίνακας ή κλειδάρι, μπακράτσι, νταβάς, πλαστήρι, πλάστης, σκαφίδι, σίτες, κόσκινα, κουτάλια, πιρούνια, μαχαίρια, πιάτα, κύπελλα.

Πολλά από αυτά, όπως: τέντζερης, κακάβι, καζάνι, ταψί, τηγάνι, κουτάλια, μαχαίρια, πιρούνια, πιάτα ήταν χάλκινα σκεύη και μια φορά το χρόνο έπρεπε να γανώνονται. Γάνωμα ήταν η επάλειψη της χάλκινης επιφάνειας με λεπτό στρώμα από λιωμένο κράμα κασσιτέρου-μολύβδου σε αναλογία 33% - 67%. Ο κασσίτερος είναι αλήθεια ότι έχει μυκητοκτόνο δράση και έτσι οι επικασσιτερωμένες (γανωμένες) επιφάνειες δε μουχλιάζουν. Προστατεύει και το χαλκό από την οξείδωση, που του δίνει εκείνο το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα, ενώ δημιουργεί στην επιφάνεια του σκεύους οξείδιο του κασσιτέρου και πλέον δε διαβρώνεται από το οξυγόνο της ατμόσφαιρας.