Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 18 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

(Γράφει ο Νίκος Λεωνίδα Κωστούλας, συνταξιούχος καθηγητής)

Μνήμες χαραγμένες ανεξίτηλα στο μυαλό μας οι μέρες των μεγάλων  γιορτών της χριστιανοσύνης στο χωριό μας. Ιδιαίτερα έντονα τα βιώματά μας από τις γιορτές του Πάσχα. Βασικά χαρακτηριστικά η απλοϊκή πίστη, η θρησκευτική κατάνυξη, η ζεστή σχέση των κατοίκων συνυφασμένα με τα ιδιαίτερα έθιμα του χωριού.

Η Μεγάλη Πέμπτη ήταν η αρχή των θρησκευτικών ακολουθιών των σχετικών με το Πάσχα. Τις προηγούμενες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας δε γίνονταν ακολουθίες. Ο λόγος; Καθώς τα σπίτια του χωριού ήταν και είναι απομακρυσμένα και διάσπαρτα σε μια μεγάλη έκταση, ήταν πολύ δύσκολο για τους χωριανούς να φτάσουν στην εκκλησία και κυρίως να επιστρέψουν από αυτή κατά τη διάρκεια της νύκτας.

Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία και κοινωνούσαν, αφού νήστευαν ολόκληρη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Στη συνέχεια οι νοικοκυρές έβαφαν τα κόκκινα αυγά και συνήθιζαν να απλώνουν έξω από το σπίτι ένα κόκκινο ρούχο. Τα παιδιά φρόντιζαν να στολιστεί το καλάθι με λουλούδια για την επόμενη μέρα.

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης παρακολουθούσαν την ακολουθία της Σταύρωσης του Χριστού. Ήταν η γνωστή για τους πολλούς ακολουθία των «δώδεκα Ευαγγελίων».

Πολύ νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής παιδιά, με το καλάθι στο χέρι, συνήθως ανά δύο, ξεχύνονταν στο χωριό, για να τραγουδήσουν το «Σήμερα μαύρος ουρανός…».

Πήγαιναν πιο πολύ στα κοντινά και συγγενικά σπίτια. Υπήρχαν όμως και παρέες που γύριζαν όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού και επέστρεφαν αργά το απόγευμα με το καλάθι γεμάτο αυγά. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη απόσταση που έπρεπε να διανύσουν. Έλεγαν σε κάθε σπίτι και ολόκληρο το μακροσκελέστατο τραγούδι - μοιρολόγι. Επειδή τελευταία δεν ακούγεται και υπάρχει κίνδυνος να ξεχαστεί, προσπαθώ να το επαναφέρω στη μνήμη μου:

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι οι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων Βασιλέα.

Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,

να λάβει δείπνο μυστικό, να τον συλλάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τις προσευχές της έλεγε για το Μονογενή της.

Φωνή τής ήρθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Σώνουν, κυρά μ’, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες.

Το γιο σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.

-Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία περόνια.

Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.

-Εσύ, χαλκιά, που τα ’φτιαξες θέλεις να μας διδάξεις;

-Βάλτε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια.

Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να πληγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Σταμνιά νερό τής ρίξανε τρία κανάτια μόσχο

και τρία με ροδόσταμο, για να της έρθει ο νους της.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της,

ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, γκρεμό να πάει πέσει,

σε τι γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της.

Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Ιακώβου η μάνα

και του Λαζάρου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα

παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τις έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράν δεξιά, τηράν ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζουν,

Τηράν και δεξιότερα, βλέπουν τον Αϊ-Γιάννη.

-Αϊ-Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστή του γιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και συ το δάσκαλό σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμο, για να σου τονε δείξω.

Βλέπεις εκείνον το γυμνό τον παραπονεμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος είναι ο γιόκας σου κι εμέ ο δάσκαλός μου.

Η Παναγιά πλησίασε γλυκά και του μιλούσε:

-Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς, παιδί μου;

-Τι να σου πω, μανούλα μου που διάφορο δεν έχει;

Μόν’ το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι,

όταν λαλήσει ο πετεινός, σημάνουν τρεις καμπάνες,

Σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές λαμπάδες.

Όποιος το βλέπει σώζεται, όποιος τ’ ακούει αγιάζει

Και όποιος το καλοκρατεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο».

«Μαύρη μέρα», λοιπόν, η Μεγάλη Παρασκευή. Μέρα θλίψης και πάνδημου πένθους. Κανένας δεν εργαζόταν την ημέρα αυτή. Σε κανένα σπίτι δε μαγείρευαν. Έψηναν μόνο  στη χόβολη λίγη κουλούρα, μέσα στην οποία το πολύ να έβαζαν κάποιοι και λίγα χόρτα. Και αυτό ήταν το φαγητό τους όλη μέρα.

Μετά την ακολουθία της αποκαθήλωσης έπρεπε να στολιστεί ο Επιτάφιος. Αυτό ήταν κυρίως έργο των παιδιών. Πλήθος παιδιών έτρεχαν στους αγρούς να μαζέψουν λουλούδια, που ήταν συνήθως δυσεύρετα, ιδίως αν το Πάσχα ήταν νωρίς. Μικρές μαργαρίτες πιο πολύ υπήρχαν και απαιτούνταν μεγάλη υπομονή και χέρια πολλά, για να συγκεντρωθούν αρκετές, ώστε να στολιστεί ο Επιτάφιος. Η προθυμία των παιδιών έφερνε αποτέλεσμα. Χρονιές που οι κερασιές λουλούδιαζαν την περίοδο του Πάσχα, ο στολισμός του Επιτάφιου ήταν εύκολη υπόθεση. Δυο παιδιά παρέμεναν συνέχεια στην εκκλησία, συγκέντρωναν τα λουλούδια και φρόντιζαν να στολίσουν ωραία τον Επιτάφιο. Κι ενώ ο Επιτάφιος στολιζόταν, προσέρχονταν οι χωριανοί, όταν μπορούσε ο καθένας, να Τον ασπαστούν και τα παιδιά να περάσουν σταυρωτά κάτω από Αυτόν τρεις φορές.

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής όλοι σχεδόν οι χωριανοί παρακολουθούσαν την Ακολουθία του Επιτάφιου Θρήνου. Σχηματίζονταν παρέες ανδρών ή παιδιών και έψελναν  τα εγκώμια. Στην πρώτη και τρίτη στάση των εγκωμίων συμμετείχαν όλες οι παρέες. Στη δεύτερη στάση, που ήταν πιο δύσκολη, κάποιοι αποσύρονταν. Κάποια χρονιά, με πρωτοβουλία του υποφαινόμενου, πείστηκαν κάποια καλλίφωνα κορίτσια να  σχηματίσουν μια ομάδα και να συμμετάσχουν στην ψαλμωδία των εγκωμίων. Ήταν κάτι πρωτότυπο και η παρουσία τους εντυπωσίασε το εκκλησίασμα.

Λίγο πριν από το τέλος της Ακολουθίας  γινόταν η περιφορά  του Επιταφίου γύρω από την εκκλησία τρεις φορές, με στάσεις για δεήσεις στην ανατολική πλευρά του ναού, που ήταν και το Κοιμητήριο. Και αφού τέλειωνε η περιφορά, τέσσερις νέοι σήκωναν ψηλά τον Επιτάφιο, μπροστά στην είσοδο του ναού, και όλοι οι πιστοί, περνώντας κάτω από τον Επιτάφιο, εισέρχονταν στο ναό και ολοκληρωνόταν η Ακολουθία του Επιταφίου.

Η επιστροφή στα σπίτια γινόταν σε βαθύ σκοτάδι. Κρατώντας αναμμένα κεριά ή λάστιχα από παλιά λαστιχένια παπούτσια, με δυσκολία αλλά χωρίς γογγυσμό, έφταναν στα σπίτια τους.

Το Σάββατο το βράδυ, πάλι σε βαθύ σκοτάδι, ξεκινούσαν, μόλις άκουγαν την καμπάνα της εκκλησίας (οι περισσότεροι δεν είχαν ωρολόγια, για να ξέρουν την ώρα), για την Ανάσταση. Κύριο μέσο φωτισμού τα αναμμένα λάστιχα.

Μετά τη σύντομη ακολουθία πριν την Ανάσταση ο παπάς ρωτούσε αν έφτασαν όλοι οι χωριανοί στην εκκλησία. Κυρίως ρωτούσε  αν έφτασαν οι πιο μακρινοί, όπως οι Λογγιώτες. Αν απουσίαζε έστω και μια οικογένεια, δεν έβγαινε η Ανάσταση. Κριτήριο, επομένως, για την έναρξη της Αναστάσιμης ακολουθίας δεν ήταν η ώρα αλλά η συγκέντρωση και παρουσία όλων των κατοίκων του χωριού.

Μετά το «Δεύτε λάβετε φως», αφού άναβαν όλοι τα χειροποίητα και από πραγματικό κερί μέλισσας κεριά, έβγαιναν στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου άρχιζε η αναστάσιμη Ακολουθία, την οποία όλοι παρακολουθούσαν με κατάνυξη.  Χαρακτηριστική  ήταν η αναπαράσταση της σκηνής των «κεκλεισμένων θυρών». Μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, όταν επέστρεφε η πομπή με τα αναμμένα κεριά της Ανάστασης, ο ιερέας, που παρίστανε το Χριστό ενώπιον των πυλών της Κόλασης, έψελνε τους διαλογικούς στίχους 7-10 του KΓ' ψαλμού του Δαβίδ «Αρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης». Ο επίτροπος ή κάποιος άλλος από μέσα, που παρίστανε το διάβολο, προσπαθούσε να εμποδίσει την είσοδο.

Τελικά ο ιερέας έσπρωχνε ορμητικά, άνοιγε τη θύρα και έμπαινε μέσα ως ο λυτρωτής των αμαρτωλών.

Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι μετά την Ανάσταση δεν αποχωρούσε κανένας, αλλά  παρέμεναν όλοι και παρακολουθούσαν τον  Αναστάσιμο Όρθρο και την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία. Εξάλλου δεν τους περίμενε στο σπίτι η μαγειρίτσα!

Την ημέρα του Πάσχα ελάχιστοι έψηναν αρνί. Αρνί έψηναν οπωσδήποτε όλοι σχεδόν στο χωριό το Δεκαπενταύγουστο. Το Πάσχα συνήθως μαγείρευαν κρέας ή κάποιο κόκορα. Συνήθως τα κοπάδια επέστρεφαν στο χωριό από τα χειμαδιά μετά το Πάσχα, ιδιαίτερα όταν το Πάσχα ήταν νωρίς. Επομένως δεν υπήρχαν αρνιά στο χωριό.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι δεν τσούγγριζαν  και επομένως δεν έτρωγαν κόκκινα αυγά την ημέρα του Πάσχα, αλλά τη δεύτερη ημέρα της Ανάστασης, τη Δευτέρα της Διακαινησίμου. Μάλιστα έπαιρναν όλοι κόκκινα αυγά μαζί τους στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και Κοίμησης της Θεοτόκου (στην Παναγία) τη Δευτέρα το πρωί και μετά την αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, στο προαύλιο της εκκλησίας τα τσούγγριζαν. Και η συμμετοχή όλων των συγχωριανών και αυτή τη δεύτερη ημέρα ήταν καθολική. Επίσης σχεδόν όλοι πήγαιναν και στις Ακολουθίες της Αγάπης, που γίνονταν το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, της Δευτέρας και της Τρίτης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σαράντα ημέρες μετά το Πάσχα, μέχρι δηλαδή τη  γιορτή της Ανάληψης, όταν συναντούσε ο ένας τον άλλον στο δρόμο ή αλλού, αντί για «καλημέρα» ή «καλησπέρα, έλεγαν «Χριστός Ανέστη» και «Αληθώς Ανέστη».