Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 14 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

Καλέσματα: Μια εβδομάδα πριν από το γάμο συγκεντρώνονταν οι στενοί συγγενείς, για να αποφασίσουν ποιους θα καλέσουν στο γάμο. Μερικοί καλούσαν όλο το χωριό και αυτό γινόταν συνήθως απ’ την πλευρά της νύφης.  

Επειδή όμως ο γαμπρός έκανε τραπέζι σ’ όλους τους καλεσμένους, ήταν δύσκολο να καλέσει όλο το χωριό και επέλεγε τους συγγενείς και τους στενούς φίλους, τόσο από το χωριό, όσο και από τα διπλανά χωριά.

Παλιά στο χωριό τα έντυπα προσκλητήρια γάμου ήταν άγνωστα. Η πρόσκληση στο γάμο γινόταν ή με γραπτό ιδιόχειρο κάλεσμα, με την προσφώνηση: «Αξιότιμον Οικογένειαν» ή συνηθέστερα την Παρασκευή με ένα μπουκάλι τσίπουρο, στο λαιμό του οποίου έδεναν ένα άσπρο μαντίλι. Ο Γιώργος  Χαμπέρης θυμάται πως κάποιες οικογένειες είχαν ένα ειδικό για την περίπτωση αυτή μπουκάλι, που το έλεγαν φιρφιρί και είχε το σχήμα φτσέλας. Δυο νεαροί, μπρατίμια του γάμου, μέλη της οικογένειας του γαμπρού ή της νύφης ή στενοί τους συγγενείς, γύριζαν, με το μπουκάλι το τσίπουρο στο χέρι, από σπίτι σε σπίτι και κερνώντας τους τσίπουρο τους καλούσαν στο γάμο. Έπιναν όλοι λίγο τσίπουρο και μ’ αυτόν τον τρόπο δήλωναν ότι αποδέχονταν την πρόσκληση και θα πήγαιναν στο γάμο. Η πρόσκληση αυτή περιλάμβανε όλες τις διαδικασίες το γάμου (ήταν πρόσκληση στα προικιά, στο προγαμήλιο γλέντι της νύφης, για όσους προσκαλούνταν από τη νύφη, στα στέφανα και στο γλέντι μετά τα στέφανα, για όσους προσκαλούνταν από το γαμπρό).

Τους κουμπάρους τους καλούσαν νωρίτερα, γιατί έπρεπε να έχουν χρόνο στη διάθεσή τους να ψωνίσουν και να ετοιμαστούν.

Άλλες προετοιμασίες:  Πολλές μέρες πριν από το γάμο παρατηρούνταν έντονη δραστηριότητα τόσο στο σπίτι του γαμπρού όσο και στο σπίτι της νύφης. Κατέβαιναν έγκαιρα στην Πύλη, για να ψωνίσουν ό,τι ήταν απαραίτητο για το γάμο. Καθάριζαν καλά τα σπίτια, τα άσπριζαν, καθάριζαν την αυλή, έκανα αυτοσχέδια καθίσματα γύρω-γύρω. Η νύφη, μαζί με τα κορίτσια του συγγενικού της περιβάλλοντος ή της γειτονιάς, θα ετοίμαζε τα προικιά. Τα έπλεναν, για να φρεσκαριστούν, και τα δίπλωναν με προσοχή και επιδεξιότητα, ώστε να είναι έτοιμα για την έκθεση της προίκας.

Ήταν απαραίτητο επίσης να συγκεντρώσουν πιάτα και κουταλοπίρουνα για το τραπέζι από τους συγγενείς και τους γείτονες. Αυτά ήταν συνήθως χάλκινα ή από αλουμίνιο. Χάραζαν τα αρχικά γράμματα του καθενός τόσο στα πιάτα, όσο και στα κουταλοπίρουνα, για να μπορούν να επιστρέψουν στον καθένα τα δικά του. Τα χάλκινα σκεύη φρόντιζαν να τα γανώνουν, αφού καλούσαν ειδικό γανωτή.

Τα αλευρώματα

Την Πέμπτη το βράδυ συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για τα αλευρώματα. Τρία ή πέντε αγόρια και δύο κορίτσια, κρατώντας μια σίτα όλοι μαζί πάνω από το σκαφίδι, έβαζαν σ’ αυτή αλεύρι και το κοσκίνιζαν στο σκαφίδι τραγουδώντας το: «πέντ’ αγόρια και δυο τσούπρες κοσκινάνε, κοσκινάνε…». Έπαιρναν αλεύρι, το έριχναν πάνω στη νύφη και της εύχονταν να ζήσει, να ευτυχήσει και να αποκτήσει πολλά παιδιά. Με το αλεύρι αυτό θα αναπιάσουν τα προζύμια και θα κάνουν τη γαμήλια κουλούρα.

Ο κυρίως γάμος

Από το Σάββατο άρχιζε ο κυρίως γάμος. Το Σάββατο το βράδυ γινόταν το γλέντι στο σπίτι της νύφης και την Κυριακή το βράδυ, μετά τα στέφανα, στο σπίτι του γαμπρού.

Το Σάββατο ήταν μέρα προετοιμασίας του γάμου. Στο σπίτι του γαμπρού πήγαιναν οι συγγενείς κουλούρα, κρασί, κρέας, οι πιο στενοί συγγενείς ένα ολόκληρο σφάγιο (αρνί ή προβατίνα) ή ανά δυο ή τρεις οικογένειες ένα σφάγιο ή ένα κομμάτι κρέας ο καθένας, για να προετοιμαστεί το τραπέζι.

Στο σπίτι της νύφης: 

Όλοι οι καλεσμένοι συγκεντρώνονταν το Σάββατο το βράδυ στο σπίτι της νύφης  για το γλέντι, που διαρκούσε μέχρι το πρωί. Συνήθως οι ίδιοι οργανοπαίκτες πήγαιναν το Σάββατο  το βράδυ στη νύφη και την Κυριακή στο γαμπρό. Η νύφη έπρεπε να παραμείνει καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας στο γλέντι και να συμμετέχει στο χορό.

Πριν από το μεσημέρι της Κυριακής συγκεντρώνονταν και πάλι οι καλεσμένοι στο σπίτι της νύφης, για να ξεδιπλώσουν τα προικιά. Τα προικιά ήταν φλοκάτες, κουβέρτες, τάπητες, (κιλίμια), κεντήματα διάφορα, μαξιλάρια υφαντά, δισάκια, τροβάδες, κάλτσες μάλλινες χειροποίητες (τσουράπια ή τσιρέπια), όλα καμωμένα από τα επιδέξια χέρια της νύφης και της μάνας της. Βέβαια η νύφη συμπεριλάμβανε στην προίκα της και πολλά αγορασμένα είδη: πετσέτες, μαξιλάρια, σεντόνια, τραπεζομάντιλα και άλλα. Συναγωνίζονταν τα κορίτσια του χωριού ποια θα παρουσιάσει την καλύτερη και μεγαλύτερη προίκα. Και καμάρωνε η καθεμιά για τα έργα της.

Είχε και μια υποχρέωση μεγάλη η νύφη τότε: έπρεπε να πλέξει πολλά ζευγάρια τσιρέπια, να κάνει τροβάδες, να αγοράσει πετσέτες, γιατί ήθελε να «ζώσει» όλο το σόι του γαμπρού, δηλαδή τους γονείς του, τα αδέλφια του, τους θείους, τις θείες και τα πρωτοξάδερφά του. Και αυτά λοιπόν συμπεριλαμβάνονταν στην προίκα της νύφης.


Τα μπρατίμια έτοιμα, για να απλώσουν τα προικιά

 

Από τη δεκαετία του ’50 και μετά στο άπλωμα της προίκας οι συγγενείς και οι άλλοι καλεσμένοι πρόσφεραν τα δώρα τους. Τα μπρατίμια φορούσαν μια ποδιά στη μέση και μια μαντίλα στο κεφάλι και άπλωναν την προίκα της νύφης. Κάποιο από τα μπρατίμια έπαιρνε το δώρο του καθενός και φώναζε δυνατά, για να ακούν όλοι, το όνομά του και το δώρο που πρόσφερε: μια πετσέτα, ένα δίσκο, μαξιλάρια, τραπεζομάντιλα, κατσαρόλες κ.ά. Παλιότερα δεν πρόσφεραν τέτοια δώρα παρά μόνο γαμήλιες κουλούρες και κρέας για το τραπέζι.


Γύρω από τ’ απλωμένα προικιά

Καθώς ήταν μαζεμένοι όλοι οι καλεσμένοι γύρω από τα ξαπλωμένα προικιά, έλεγαν το τραγούδι: «Τα προικιά τα ξαπλωμένα/ είν’ πολύ ευχαριστημένα/ από μάνα, από πατέρα/ απ’ αδέλφια, από ξαδέλφια…» (Παρασκευή Τσιακάρα). 


Και κάποια πειράγματα

 

Όταν τελείωνε αυτή η διαδικασία του ξαπλώματος (έκθεσης) της προίκας, τα μπρατίμια και μερικά κορίτσια βοηθούσαν, για να διπλωθούν καλά τα προικιά, να γίνουν τέγκια (δέματα), για να φορτωθούν στα ζώα την επομένη μέρα και να μεταφερθούν, μαζί με το συμπεθεριό (την πομπή του γάμου), στο σπίτι του γαμπρού. Καθώς δίπλωναν τα προικιά, έλεγαν το τραγούδι: «Διπλώστε τα προικιά καλά/ μην τα γελάσει η πεθερά,/ θα γείρουν ράχες και βουνά/ μην τα ξεκλίσουν (τα ξεσκίσουν) τα κλαριά/ και τα γελάσουν τα χωριά»(Παρασκευή Τσιακάρα).Τα μικρά σε μέγεθος (φούστες, φορέματα, εσώρουχα, πετσέτες, τραπεζομάντιλα, κεντήματα, πλεκτά κλπ.) τα δίπλωναν καλά και τα τοποθετούσαν μέσα σε μπαούλα, που από πριν φρόντιζαν να αγοράσουν γι’ αυτό το σκοπό και αποτελούσαν και αυτά προίκα της  νύφης.

Αφού τελείωναν με την προίκα, άρχιζαν να στολίζουν τη νύφη. Κορίτσια την έντυναν, τη χτένιζαν και της έλεγαν το τραγούδι: «Άσπρη βαμβακιά είχα στην πόρτα μου,/ ήρθαν και μου την πήραν, Παναγιώτα μου,/ μου την πήραν, μου την κλέψανε,/ σ’ άλλη γειτονιά τηνε παντρέψανε». (Παρασκευή Τσιακάρα).

Η νύφη φορούσε φόρεμα, όχι άσπρο αλλά χρωματιστό, συνήθως καφέ, λεπτό σαν μεταξωτό, μαντίλα κεντητή, ένα κοντό πέπλο, ένα είδος γιλέκου με μανίκια και κόπιτσες. Πολύ παλιά φορούσε χειροποίητο φουστάνι μάλλινο κεντημένο. Τα παπούτσια ήταν συνήθως καφέ ή κόκκινα.

Στο σπίτι του γαμπρού: Ο Γιώργος Χαμπέρης αφηγείται: «Σε κάποιον που τελείωνε τις υποχρεώσεις του, πάντρεψε δηλαδή τις αδελφές του, και ερχόταν η σειρά του για γάμο ή όταν γύριζε από φαντάρος και δεν είχε υποχρεώσεις και επομένως καταλάβαιναν ότι ήταν υποψήφιος για παντρειά, του έλεγαν: «Φέτος θα σ’ φάμε τον πατσά», δηλαδή φέτος θα παντρευτείς. Αυτό το έλεγαν, γιατί την Κυριακή το πρωί μαζεύονταν οι συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι του και έτρωγαν πατσά, που τον έκαναν από τα σφάγια του γάμου». Οι καλεσμένοι επομένως συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γαμπρού από το πρωί της Κυριακής.

Αν το σπίτι της νύφης ήταν στο χωριό μεν αλλά μακριά ή αν η νύφη καταγόταν από άλλο χωριό, έπρεπε να ετοιμαστούν τα ζώα (μουλάρια κυρίως ή άλογα) για το συμπεθεριό. Δυο άλογα, κατά προτίμηση άσπρα, ετοιμάζονταν για το γαμπρό και τη νύφη. Σε κάποια άλλα θα φόρτωναν και θα μετέφεραν τα προικιά της νύφης και ο καθένας από το συμπεθεριό φρόντιζε να ετοιμάσει μουλάρι, ώστε να πάει καβάλα στο γάμο.

Τα μουλάρια ετοιμάζονταν με ξεχωριστή φροντίδα για το γάμο. Προσπαθούσαν να βρουν καινούριο σαμάρι, με στολίδια και ειδικά διακοσμητικά καρφιά. Στα καπίστρια τοποθετούσαν χάντρες. Έριχναν πάνω από το σαμάρι καινούρια ωραία καραμελωτή (λεπτή υφαντή πολύχρωμη κουβέρτα). Στου γαμπρού και της νύφης έβαζαν συνήθως άσπρες κουβέρτες. Πίσω στα καπούλια του μουλαριού τοποθετούσαν ένα πανωκάπι κεντημένο στο αργαλειό.

Μια υποχρέωση του γαμπρού ήταν να φέρει το νουνό επίσημα στο σπίτι του. Έπαιρνε λοιπόν τα όργανα και πήγαινε στο σπίτι του νουνού, για να τον πάρει. Αν το σπίτι του νουνού ήταν κοντά, τον έπαιρνε από εκεί. Αν ήταν μακριά, ο νουνός ερχόταν σ’ ένα γνωστό του, κοντά στο γαμπρό, κι εκείνος τον έπαιρνε από εκεί και τον οδηγούσε στο σπίτι του, ενώ τα όργανα έπαιζαν και τραγουδούσαν. Από τη στιγμή εκείνη ο νουνός είχε το γενικό πρόσταγμα του γάμου. εκείνος διεύθυνε στο εξής το γάμο και για οποιοδήποτε θέμα εκείνος αποφάσιζε.

 

 

Το ξύρισμα του γαμπρού:

 

Ο γαμπρός δεν ξυριζόταν ποτέ μόνος του. Το ξύρισμά του ανήκε στις διαδικασίες του γάμου, ήταν μια ειδική τελετουργία. Κάποιος έκανε τον μπαρμπέρη. Τρόχιζε καλά το ξυράφι σε μια ειδική δερμάτινη λουρίδα (ακόνι).

Ο γαμπρός καθόταν σε μια καρέκλα. Κρατούσε στα χέρια του ένα δίσκο ή ένα ταψί. Μαζεύονταν όλοι γύρω από το γαμπρό. Καθώς άρχιζε το ξύρισμα, με τη συνοδεία των οργανοπαικτών, έλεγαν το τραγούδι:

«Ασπροσυννέφιασε ο ουρανός,

 κι έπιασε μια ψιλή βροχή.

ρίχνει βροχή, ρίχνει νερό,

 για να ξουρίσουν το γαμπρό..

 Ξυράφια από τα Γιάννενα

 κι ακόνια από την Πρέβεζα.

Αργά - αργά, μπαρμπέρη μου,

αργά – αργά το χέρι σου,

ώσπου να ‘ρθει η μανούλα του,

να δώσει την ευχή της,

ώσπου να ‘ρθει ο πατέρας του,

ώσπου να ‘ρθουν τα’ αδέλφια του

και τα πρωτοξαδέρφια του».

Πρώτα οι γονείς και τα αδέλφια και στη συνέχεια οι άλλοι καλεσμένοι περνούσαν μπροστά από το γαμπρό, τον σταύρωναν με ένα κέρμα, έλεγαν την ευχή: «Ν’ ασπρίσεις, να γεράσεις, σαν του ζαρκαδιού τον κώλο» και το έριχναν στο δίσκο. Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν στο δίσκο τα μοίραζαν στα τρία και έπαιρναν από ένα μερίδιο: οι οργανοπαίκτες, ο μπαρμπέρης και ο γαμπρός. Όταν τελείωναν τις ευχές τους οι καλεσμένοι, το τραγούδι συνεχιζόταν αλλά διαφορετικό τώρα: «Ανάγκασε, μπαρμπέρη μου,/ ανάγκασε το χέρι σου/ κι έχουμε δρόμο αλαργινό,/ ανήφορο, κατήφορο».

Μετά το ξύρισμα ετοιμαζόταν ο γαμπρός. Πολύ παλιά φορούσε φουστανέλα ή μπουραζάνα και τσαρούχια, άσπρο ζωνάρι στη μέση και στο κεφάλι σκούφια στρογγυλή με χνούδι. Τη σκούφια τη φορούσε λίγο λοξά, ώστε να φαίνεται ο καρές. Αργότερα φορούσε κοστούμι από μάλλινο υφαντό λεπτό δίμ’τινο αγένωτο ύφασμα, ραμμένο στο ράφτη του χωριού. Όποιος είχε φορούσε και ρολόι της τσέπης, με την αλυσίδα να κρέμεται σε σχήμα ημικύκλιου και να φαίνεται.

Ο γαμπρός έπρεπε να έχει και μουστάκι. Τον κατηγορούσαν κάποιον χωρίς μουστάκι («αμούστακος παντρεύ’κε»). 


 

[ Επιστροφή ]