Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 18 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 Είχε καθιερωθεί παλιά στο χωριό μας να γίνονται τα στέφανα πάντα στο σπίτι της νύφης και όχι στην εκκλησία. Πρακτικοί λόγοι επέβαλαν κάτι τέτοιο. Τα σπίτια ήταν απομακρυσμένα και η εκκλησία μακριά. Ήταν δύσκολο, λοιπόν, να γίνονται τα στέφανα στην εκκλησία.

 

Όταν  όλα ήταν έτοιμα, ξεκινούσε το συμπεθεριό για το σπίτι της νύφης. Καβάλα στα μουλάρια σχημάτιζαν μια μεγάλη πομπή. «Έλαμπε η φουστανέλα, τα σελάχια και τα μαχαίρια», λέει ο Παναγιώτης Βώπης. Μπροστά πήγαιναν τα όργανα παίζοντας (βέβαια όχι σε όλη τη διαδρομή, ιδιαίτερα αν ήταν μακρινή) και όλο το συμπεθεριό τραγουδούσε. Τραγουδούσαν οι μισοί ένα στίχο και στη συνέχεια τον έπαιρναν (τον επαναλάμβαναν) οι άλλοι μισοί. Έλεγαν πολλά τραγούδια. Ανάμεσα στα άλλα που τραγουδούσαν, όταν πήγαιναν να πάρουν τη νύφη, ήταν και το:

«Νεραντζούλα φουντωμένη, πού ‘ναι τ’ άνθη σου.

 πού ‘ναι τα’ άνθη πού ‘χες πρώτα, πού ‘ν’ τα κάλλη σου;

 Τράβηξε βοριάς κι αέρας και τα τίναξε.

 Σε παρακαλώ, βοριά μου, τράβα σιγαλά.

 Τράβα σιγαλά κι αγάλια, τράβα ταπεινά.

 Κι αρμενίζουν τα καράβια τα Ζαγοριανά,

 που ‘χουν μέσα παλικάρια κι όμορφα παιδιά».

Οι οργανοπαίκτες πάντα πήγαιναν πεζοί. Ήταν κουραστικό γι’ αυτούς, ιδιαίτερα όταν η νύφη καταγόταν από άλλο χωριό και ήταν αναγκασμένοι να περπατήσουν αρκετές ώρες. Παρ’ όλα αυτά, όταν περνούσαν από χωριό, ή ανήφορος ήταν ή κατήφορος, αυτοί έπρεπε να παίζουν τα όργανα, για να κάνουν καλή εντύπωση στο χωριό.

Καθώς το συμπεθεριό πλησίαζε στο σπίτι της νύφης, τραγουδούσαν όλοι μαζί:

«Ξύπνα, περδικομάτα μου,

 ήρθα στο μαχαλά σου.

Γυαλί και χτένι σου ‘φερα

 να βάλεις στα μαλλιά σου».

Τα μπρατίμια πήγαιναν μπροστά και προχωρούσαν πιο γρήγορα, ώστε να φτάσουν νωρίτερα στο σπίτι της νύφης, για να της φορέσουν τα παπούτσια. Της πήγαιναν και κουλούρα με στολίδια. Έδιναν τη δική τους και η οικογένεια της νύφης τους έδινε επίσης παρόμοια κουλούρα. Πρόσφεραν τα παπούτσια στη νύφη και προσπαθούσαν να της τα φορέσουν. Όμως τα παπούτσια πάντα ήταν δήθεν μεγάλα και δεν ταίριαζαν καλά στο πόδι της νύφης. Τα μπρατίμια έπρεπε να βάλουν μέσα χρήματα, ώστε να γίνουν εφαρμοστά στο πόδι της νύφης. Και οι κοπελιές μαζεύονταν γύρω από τη νύφη και η καθεμιά προσπαθούσε να βάλει το πόδι της στο παπούτσι της νύφης, ελπίζοντας πως αυτό θα φέρει γούρι και θα έρθει και η δική της η σειρά.

Έφτανε το συμπεθεριό τραγουδώντας στο σπίτι της νύφης και τα μπρατίμια της τους κερνούσαν τσίπουρο.

Σε ευρύχωρο δωμάτιο του σπιτιού γίνονταν τα στέφανα. Ο νουνός καρφίτσωνε στους ώμους του ζευγαριού ύφασμα για φόρεμα της νύφης. Αμέσως μετά τα στέφανα η νύφη καλούσε τους συγγενείς του γαμπρού και τους «έζωνε», τους έδινε δηλαδή τα δώρα που από πριν είχε ετοιμάσει γι’ αυτούς.  «Μπορούσε να δώσει και τριάντα ζευγάρια τσιρέπια», λέει ο Γιώργος Χαμπέρης. «Όμως τα τσιρέπια του γαμπρού τα έπλεκε λίγο διαφορετικά, με σχέδιο, με τρυπούλες κι έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος να δοθούν και τα δικά του και να μείνει ο γαμπρός χωρίς τσιρέπια».

Μετά έβγαιναν στην αυλή, χόρευαν ο νουνός και τα νιόγαμπρα και ύστερα το συμπεθεριό, με τη νύφη τώρα και τα προικιά της, τα οποία φόρτωναν σε μουλάρια που έφερναν, ξεκινούσε, σε μια μεγάλη πομπή, για το σπίτι του γαμπρού. Φεύγοντας τραγουδούσαν: «Σ’ αφήνω γεια, μανούλα μου,/ σ’ αφήνω γεια, πατέρα,/ αφήνω γεια στο σπίτι μου, αφήνω γεια στους γείτονες…» και η νύφη έριχνε πίσω της μήλο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γονείς δεν πήγαιναν ποτέ συμπέθεροι. Ούτε οι γονείς του γαμπρού πήγαιναν στα στέφανα ούτε οι γονείς της νύφης στο γλέντι του γαμπρού. Πρώτη φορά, θυμάται ο Παναγιώτης Βώπης, που πήγε γονιός συμπέθερος, ήταν ο Μήτρος Καραούλης, όταν πάντρευε το γιο του Βαγγέλη και πήγε συμπέθερος στο σπίτι της νύφης Χαρίκλειας Παπαθανάση. Αλλά και συγγενείς της νύφης λίγοι πήγαιναν στο γλέντι του γαμπρού και μάλιστα όχι μαζί με τους συμπεθέρους, αλλά πήγαιναν αργότερα, το βράδυ, μόνοι τους.

Όταν το συμπεθεριό περνούσε από κατοικημένες περιοχές, κόσμος πολύς μαζεύονταν στην άκρη του δρόμου, για να δουν τη νύφη και το γαμπρό, καθώς και τα προικιά. Ρίχνοντας ρύζι εύχονταν στους νεόνυμφους να ζήσουν και η νύφη προσκυνούσε, λέγοντας μ’ αυτό τον τρόπο «ευχαριστώ».

Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού τραγουδούσαν: «Έβγα, μανούλα του γαμπρού και πεθερά της νύφης…», ενώ κάποιο παιδί έφερνε τα συχαρίκια στους γονείς ότι έρχονται οι νεόνυμφοι και έπαιρνε απ’ αυτούς ένα καλό φιλοδώρημα.

Η πεθερά περίμενε στην πόρτα. Ο πεθερός κατέβαζε τη νύφη απ’ το μουλάρι και στη θέση της ανέβαζαν ένα μικρό αγόρι, του οποίου ζούσαν και οι δυο γονείς, και η νύφη το κερνούσε. Η νύφη προσκυνούσε τρεις φορές και έριχνε το μήλο. Πίστευαν πως όποιος ή όποια το έπιανε τον ίδιο χρόνο θα παντρευόταν. Η πεθερά πρόσφερε στους νεόνυμφους γλυκό του κουταλιού και με ένα άσπρο μαντίλι τους τραβούσε μέσα. Μόλις τους έβαζαν να καθίσουν, η νύφη έπαιρνε στην αγκαλιά της ένα μικρό αγόρι, εκφράζοντας έτσι την ενδόμυχη επιθυμία του ζευγαριού να αποκτήσει γρήγορα αγόρι. 

 

 Νεόνυμφοι της δεκαετίας του ‘60

Απ’ τη στιγμή εκείνη άρχιζε το γλέντι. Κερνούσαν πρώτα τσίπουρο με μεζέ και αργότερα έβαζαν τραπέζι. Υπήρχαν κάποιοι στο χωριό που έκαναν νοστιμότατο φαγητό. Αυτούς τους καλούσαν, ως μάγειρους, στους γάμους. μαγείρευαν στα καζάνια κρέας στιφάδο και κρέας μανέστρα (κριθαράκι). Όλοι περίμεναν με λαχτάρα να το απολαύσουν.

Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το πρωί και κουμάντο στο χορό έκανε ο νουνός. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάποιες φορές, για να ξεκουράζονται οι οργανοπαίκτες, τραγουδούσαν οι καλεσμένοι τραγούδια της τάβλας, όπως:

«Σε τούτ’ την τάβλα που ‘μαστε, σε τούτο το τραπέζι

τον Άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε.

Και την κυρά την Παναγιά τη διπλοπροσκυνάμε,

Να μας χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου,

Ν’ ανοίξω τον παράδεισο, να μπω να σεργιανίσω

Το πώς περνάει η φτωχολογιά, το πώς περνούν οι πλούσιοι». Ή 

«Σε τούτ’ την τάβλα που ‘μαστε, σε τούτο το τραπέζι

τρεις μαυρομάτες μας κερνούν και οι τρεις καγκελοφρύδες.

Η μια κερνάει με το γυαλί και η άλλη  με την κούπα

Κι η Τρίτη η καλύτερη μ’ έν’ ασημένιο τάσι.

Κέρνα μας, ρούσα μ’, κέρνα μας, μέχρι να πάει να φέξει

Να πάν’ τα λάφια στις βοσκές, τ’ αρκούδια στα κοπάδια,

Να βγει κι η ρούσα στα βουνά και στις κοντές ραχούλες,

Που βόσκουν στερφοκόπαδα, που βόσκουν τα ζυγούρια».

 

Λίγο πριν ξημερώσει «έβγαινε» το κανίστρι του κυρ νουνού: Κρέας ψητό και κρασί. Δυο μπρατίμια του γαμπρού περνούσαν μπροστά από τον κάθε καλεσμένο. Ο πρώτος κρατούσε το κρέας και πρόσφερε ένα μεζέ στον καθένα. Εκείνος τον έπαιρνε και έλεγε: «Καλωσόρ(ι)σε το κανίστρι του κυρ νουνού». Ο δεύτερος είχε το κρασί και πρόσφερε στον καθένα ένα ποτήρι. Έπαιρνε ο καλεσμένος το κρασί και έλεγε ευχές: «Καλωσόρ(ι)σε το γεμάτο του κυρ νουνού. Να σου ζήσουν, κυρ νουνέ. Επίσης, κύριε σύντεκνε. Να ζήσετε, νεόνυμφοι και καλή προκοπή».

Κάποιοι απ΄ τους καλεσμένους όμως, που είχαν ταλέντο, έλεγαν μεγάλη ευχή:

«Τούτο το ποτηράκι είναι γεμάτο κρασάκι.

Επάνω στο κρασάκι ένα αγκαθάκι.

Επάνω στο αγκαθάκι κάθεται ένα πουλάκι.

Το πουλάκι κελαηδεί και λέει:

Να σου ζήσουν, κυρ νουνέ, να τα ‘χεις διαφορεμένα,

Όπως έδραμεν το κλήμα παρομοίως με το έλεος.

Να σου ζήσουν, κύριε σύντεκνε.

Να ζήσουν τα ιερόπαιδα σ’, παππούλη (τα παιδιά του παπά)

Στις χαρές των παιδιών απόχει (που έχει) ή

Στις χαρές των ανύπαντρων (αν ο ευχολόγος ήταν ανύπαντρος).

Να ζήσετε νεόνυμφοι» (Παναγιώτης Βώπης)

 

 Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας η νύφη και ο γαμπρός στέκονταν όρθιοι. Σε κάθε ευχή που λεγόταν η νύφη προσκυνούσε και ο γαμπρός έλεγε «ευχαριστώ».

Αφού τελειώσουν όλοι, έρχεται η σειρά του νουνού. Ο νουνός παίρνει ένα ποτήρι κρασί και λέει: «Εσείς είπατε για με και εγώ θα πω για σας». Εύχεται στον παπά, στους νεόνυμφους, στους καλεσμένους, βάζει το ποτήρι στα χείλη του και δοκιμάζει, αλλά το κρασί δήθεν δεν πίνεται. Οι καλεσμένοι άρχιζαν τότε το τραγούδι: (όπως το θυμούνται η Παρασκευή Τσιακάρα και ο Παναγιώτης Βώπης).

«Κάτω  στο Δάφνη ποταμό

που είν’ οι δάφνες οι πολλές

και οι δασιές τριανταφυλλιές.

Εκεί καθόται ο κυρ νουνός

Με τα κουμπαρούδια του

Κι όλα τ’ αναδεχτούδια του

Και πελεκάει το μάρμαρο

Να βγάλει αθάνατο νερό,

Να πιει αυτός, τα κουμπαρούδια του

Κι όλα τ’ αναδεχτούδια του».

 

Τότε ο νουνός πίνει το κρασί, αλλά το  τραγούδι συνεχίζεται για το σύντεκνο αυτή τη φορά:

 

«Απ’ την Πόλη κι ως τας Σέρρας

τέτοιο σύντεκνο δεν είδα,

τέτοιο νιο τέτοιον πετρίτη,

τέτοιον καστροπολεμίτη

Πολεμάει μ’ όλα τα κάστρα

Να τσακίσει να μπει μέσα,

Για να βρει να αρραβωνιάσει (ή να στεφανώσει)

Δυο κορμάκια ν’ αγκαλιάσει».

 

Συνεχίζεται το τραγούδι πάλι για το νουνό:

 

«Τ’ ακούς, τ’ ακούς, βρε κυρ νουνέ,

τι λέν’ τα κουμπαρούδια σου

και τ’ ανεδεχτούδια σου;

Ν’ απλώσεις το χεράκι σου

Στην αργυρή σου τσέπη,

Να βγάλεις άσπρα και φλουριά,

Για να κεράσεις τα βιολιά».

 

Μην παραξενευτεί κανείς που έλεγαν τόσο μεγάλο τραγούδι και μάλιστα το κάθε δίστιχο τραγουδιόταν δυο φορές διαδοχικά από δυο παρέες. Φυσικό ήταν οι οργανοπαίκτες, παίζοντας όλη τη νύχτα, να κουραστούν. Είχαν ανάγκη από λίγη ξεκούραση. Όμως ο γάμος έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι το πρωί. Δεν έφευγε κανένας από τους καλεσμένους. Η όλη διαδικασία με το κανίστρι του νουνού, οι ευχές όλων και το μακρόσυρτο τραγούδι συνέβαλαν στο να περάσει η ώρα και να ξημερώσει.

Σαν ξημέρωνε, έβγαιναν όλοι στην αυλή. Εκεί «ξάπλωναν» τα προικιά της νύφης, για να τα δουν και οι συγγενείς του γαμπρού, ενώ τραγουδούσαν:

«Ωραία είν’ η νύφη μας, ωραία τα προικιά της,

ωραία κι η παρέα της που κάνει τη χαρά της.

Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο λεμόνι.

Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός κι οι συμπεθέροι όλοι.

Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο ρεβίθι.

Χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξε τη νύφη.

Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο κεράσι.

Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, να ασπρίσει να γεράσει».

Ο γάμος έκλεινε με το χορό της νύφης, γύρω από τα ξαπλωμένα προικιά, με το τραγούδι: «Έβγα, ρούσα, απ’ το σεργιάνι, κόρη απ’ την ανατολή…». καθώς η νύφη χόρευε, ο κουμπάρος της αφαιρούσε το πέπλο, ενώ έλεγαν το τραγούδι: «Σαν αετός πέρασε…», η νύφη πετούσε το μήλο, μέσα στο οποίο υπήρχαν και κέρματα, και διαλύονταν ο γάμος. Η κοπελιά που έπιανε το μήλο ήταν η τυχερή, γιατί γρήγορα, σύμφωνα με τις δοξασίες, θα γινόταν και εκείνη νύφη.

Φεύγοντας οι καλεσμένοι έπαιρναν γλυκό, που τους κερνούσε η νύφη, και σε ένα δίσκο που είχε δίπλα της ο καθένας έριχνε ό,τι είχε ευχαρίστηση.

Στο νουνό πρόσφερε η νύφη συνήθως μια φλοκάτη («τον έζωνε»). Όταν αποχωρούσαν πια οι καλεσμένοι, καλούσε η νύφη τα μέλη της οικογένειας, τους σπιτικούς, και τους «έζωνε», τους έδινε δηλαδή τα δώρα τους (κάλτσες {τσουράπια}, τροβά, πετσέτα κλπ.).

Για το μεσημέρι η νύφη έφτιαχνε πίτα και έτρωγαν όλοι μαζί οι σπιτικοί. Ήταν η πρώτη δοκιμή της επιδεξιότητας και των ικανοτήτων της νύφης. Την ώρα που η νύφη έκανε τα φύλλα (τα πέτρα) ο γαμπρός πήγαινε και της τα χάλαγε (δυο ή τρία φύλλα) για καλαμπούρι και η νύφη τον χτυπούσε με το πετρόβεργο.

Το βράδυ της Δευτέρας, αν το σπίτι είχε ένα μόνο δωμάτιο, όλοι οι άλλοι έβγαιναν έξω και εκεί κοιμούνταν μόνο οι νεόνυμφοι.

Την Τρίτη το πρωί γυναίκες της γειτονιάς έπαιρναν τα σεντόνια, στα οποία κοιμήθηκαν οι  νεόνυμφοι, για να τα πλύνουν και να κάνουν τις γνωστές διαπιστώσεις. Η νύφη, μαζί με άλλα κορίτσια, πήγαινε για ξύλα. Ήταν η δεύτερη ευκαιρία διαπίστωσης των ικανοτήτων της. Έπαιρνε μαζί της, για το φόρτωμα, μια παρδαλή τριχιά, που την είχε κάνει γι’ αυτό ακριβώς το σκοπό. Πάνω στο φόρτωμα με τα ξύλα της έβαζαν τα κορίτσια και ένα χλωρό κλαρί, σαν ανθοδέσμη. Το χωριό μας, λέει ο Γιώργος Χαμπέρης, είχε πάρει μια κακή φήμη και δεν μας έδιναν εύκολα νύφη από άλλα χωριά, γιατί είχαμε τα ξύλα μακριά.

Τα γυρίσματα

Το Σάββατο το απόγευμα «τα νέα» (οι νεόνυμφοι) επισκέπτονταν τους γονείς της νύφης και έμεναν εκεί το βράδυ. Ήταν τα λεγόμενα «γυρίσματα». Την Κυριακή φεύγοντας έπαιρναν και την προίκα που είχε συμφωνηθεί.