Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 14 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

 (Το κείμενο αυτό γράφτηκε από το Νίκο Λεωνίδα Κωστούλα και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΟΛΥΝΕΡΙ», αριθ. φύλλου 1, Οκτώβριο 1997) 

Λίγες δεκαετίες πριν η ζωή στο Πολυνέρι (Κοθώνι), όπως εξ άλλου και σ’ όλα τα ορεινά χωριά, ήταν πολύ διαφορετική. Άλλες οι συνθήκες και άλλος ο τρόπος ζωής. Η επικοινωνία με το πλησιέστερο αστικό κέντρο, την Πύλη (Πόρτα), το βασικότερο κέντρο ανεφοδιασμού, ήταν δύσκολη, κουραστική και πολυήμερη


  Το αυτοκίνητο άγνωστο. Δεν υπήρχε δρόμος. Δυόμισι μέρες διαρκούσε το ταξίδι Πολυνέρι-Πύλη-Πολυνέρι, για την προμήθεια των πιο απαραίτητων αγαθών: αλάτι για τους ίδιους και για τα ζώα τους, πετρέλαιο, λιγοστό λάδι, ζάχαρη, καφές ωμός, υφάσματα για ρούχα, κυρίως πριν από το πανηγύρι, παπούτσια και ελάχιστα άλλα είδη, που μεταφέρονταν με τα μουλάρια στο Πολυνέρι.

Για το βασικότερο αγαθό της ζωής μας, το ψωμί, υπήρχε επάρκεια. Το Πολυνέρι ήταν εύφορο χωριό, σε σύγκριση βέβαια με άλλα ορεινά χωριά. Είχε η κάθε οικογένεια αρκετό μερίδιο γης, ξερικής και ποτιστικής, υπήρχε και άφθονο νερό και η παραγωγή ήταν καλή. Καλαμπόκι ήταν η κύρια καλλιέργεια και μπομπότα κυρίως το ψωμί. Με ροκίσιο ( από ρόκα καλαμποκιού) ψωμί μεγαλώσαμε οι πιο παλιοί. Το καθάριο (σιταρένιο) ψωμί ελάχιστο. Λίγες οικογένειες καλλιεργούσαν σε ξερικά χωράφια και σιτάρι και ελάχιστες φακές και ρεβίθια.

Βασική φροντίδα όλων, πέρα βέβαια από την κτηνοτροφία, ήταν η καλή παραγωγή καλαμποκιού. Θα σταθώ όμως στο μάζεμα του καλαμποκιού και σ’ όσα ακολουθούσαν και ιδιαίτερα στα «ξεφλουδίσματα».

Ένας άγραφος νόμος επέβαλε, στην ευρύτερη γειτονιά του χωριού, το μάζεμα του καλαμποκιού να γίνεται με τη σειρά. Όλα τα μέλη της οικογένειας και οι στενοί συγγενείς ή γείτονες βοηθούσαν σ’ αυτό. Φρόντιζαν πρώτα να αδειάσει το σπίτι από τα λιγοστά πράγματα. Τσάκιζαν τις ρόκες, τις έβαζαν σε σακιά ή τροβάδες και τις άδειαζαν μέσα στο σπίτι. Αυτή η διαδικασία διαρκούσε συνήθως μια μέρα. Τελείωναν το απόγευμα. Το σπίτι γέμιζε μέχρι επάνω με ρόκες. Σχηματίζονταν ένας  μεγάλος σωρός.

Από νωρίς το απόγευμα κάποιος ειδοποιούσε την ευρύτερη γειτονιά πως η τάδε οικογένεια έχει ξεφλουδίσματα. Πρόθυμα, σαν βράδιαζε, έτρεχαν όλοι εκεί, μικροί, μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες. Το περίμεναν κάτι τέτοιο, το ήθελαν, το χαίρονταν. Κάθονταν πάνω στο σωρό από ρόκες, κοντά στους τοίχους του σπιτιού κάνοντας ένα μεγάλο κύκλο ή σωστότερα τετράγωνο.

Με επιδέξιες και γρήγορες κινήσεις άρχιζε το ξεφλούδισμα. Γινόταν με τη σειρά, ώστε να μην μπλεχτούν οι ρόκες με τα φύλλα. Έκαναν παράλληλα και μια επιλογή. Από τις πιο μικρές ή ατροφικές ρόκες έκοβαν όλα τα φύλλα και τις συγκέντρωναν χωριστά. Στις μεγαλύτερες και καλύτερες άφηναν λίγα φύλλα, τα πιο γερά, έτσι ώστε κάποιοι, οι πιο επιδέξιοι, να τις δέσουν μεταξύ τους και να τις κάνουν κρεμάδες.

Είναι νύχτα. Η ώρα περνά. Τα ξεφλουδίσματα διαρκούν ώρες. Την ημέρα όλοι απασχολούνται κάπου και είναι κουρασμένοι. Πρέπει να παραμείνουν ξάγρυπνοι. Γι’ αυτό και συνέχεια μιλούν, λένε ιστορίες, ανέκδοτα, χωρατά, γελούν, μα πιο πολύ τραγουδούν. Χωρίζονται σε παρέες. Η μια παρέα τραγουδά ένα στίχο και τον παίρνει (τον επαναλαμβάνει) η άλλη. Το ρεπερτόριο πλούσιο. Βέβαια μόνο δημοτικά τραγούδια. Έτσι  η ώρα περνά και η δουλειά – το ξεφλούδισμα – προχωρά.

Και σαν τελειώσουν με το καλό, η οικοδέσποινα κερνά τους άνδρες τσίπουρο, τις γυναίκες λικέρ μέντα και τα παιδιά λουκούμι ή καραμέλα. Τα τραγούδια συνεχίζονται και αφού απελευθερώνεται λίγος χώρος, συνοδεύονται και από χορούς. Κάποιες φορές επιλέγονται και ρόκες που κρατούν λίγο, δεν έγιναν καλά, μπαίνουν στην κατσαρόλα από νωρίς και βράζουν και στο τέλος τις κερνούν στους καλεσμένους.

Οι καλεσμένοι φεύγουν.

Οι σπιτικοί συγκεντρώνουν σε ένα σημείο τις ξεφλουδισμένες πια ρόκες, στρώνουν πάνω στα φύλλα και κοιμούνται πρώτη φορά σε μαλακό «πάπλωμα», αφού μόνιμα κοιμούνται στρωματσάδα.

Την άλλη μέρα οι κρεμάδες θα κρεμαστούν με τέχνη και με τη σειρά σε ειδικά χοντρά λούρα που δένονται στα μαδέρια  του σπιτιού και θα παραμείνουν για αρκετούς μήνες, όλο το χειμώνα, για να ξεραθούν καλά. Τα σπίτια βέβαια είναι χωρίς ταβάνι, γιατί ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται, ελλείψει άλλου, για την αποθήκευση του καλαμποκιού. Έτσι «νταβανώνεται» και το σπίτι και διατηρείται σχετικά ζεστό κατά την περίοδο του χειμώνα, που οι πιο πολλοί τον περνούν στο χωριό.

Για τις άμεσες ανάγκες της οικογένειας για ψωμί υπάρχουν οι μικρές ρόκες, από τις οποίες κόπηκαν όλα τα φύλλα και δεν έγιναν κρεμάδες, καθώς και οι ρόκες από ξερικά χωράφια. Αυτές τις απλώνουν, για να ξεραθούν καλά, τις στουμπάνε και έτσι έχουν το πρώτο καλαμπόκι της καινούργιας σοδιάς, που θα το αλέσουν στο μύλο του χωριού και θα ζυμώσουν το καλαμποκίσιο ψωμί τους.

Τα ξεφλουδίσματα, με τη διαδικασία που περιγράψαμε παραπάνω, εξυπηρετούσαν πολλές ανάγκες της μικρής κοινωνίας του χωριού.

Έπρεπε, κατ’ αρχήν, να ολοκληρωθούν σε μια βραδιά. Χώρος, όπου συγκεντρώνονταν οι ρόκες, ήταν το ίδιο το σπίτι, συνήθως ένα ευρύχωρο δωμάτιο όλο κι όλο. Ήταν ανάγκη, λοιπόν, να απελευθερωθεί, για να κοιμηθεί σ’ αυτό η πολυμελής οικογένεια. Γι’ αυτό και η βοήθεια και η συμβολή των γειτόνων στο ξεφλούδισμα ήταν απαραίτητη.

Παράλληλα όμως ήταν και μια ευκαιρία να βρεθούν οι γείτονες μαζί, να νιώσουν κοντά ο ένας στον άλλο, να συζητήσουν τα προβλήματά τους, να «ξεδώσουν» λίγο από την καθημερινή ρουτίνα, να χαρούν, να γελάσουν, αλλά κυρίως να τραγουδήσουν και να χορέψουν.

Συνήθως χόρευαν μετά τα ξεφλουδίσματα. Ραδιόφωνα ή άλλα μέσα, από τα οποία να ακούσουν τραγούδια και να χορέψουν, δεν υπήρχαν. Μόνο σε κάποιο γάμο ή στο πανηγύρι του χωριού άκουγαν τραγούδια και γλεντούσαν. Όμως το τραγούδι είναι απαραίτητο στον άνθρωπο, είναι ανάγκη.

Γι’ αυτό και οι κάτοικοι του χωριού έβρισκαν ευκαιρίες, για να τραγουδούν. Και υπήρχαν πολλοί, άνδρες και γυναίκες, που τραγουδούσαν ωραία.

 


[ Επιστροφή ]