Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 16 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

(Το κείμενο αυτό το έγραψε ο Βασίλης Νικολάου Κωστούλας, και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΟΛΥΝΕΡΙ», αριθ. φύλλου 3, Ιούνιος 1998)

Το ρολόι της μνήμης σταματά εκεί κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Είναι η καρδιά μιας βαρυχειμωνιάς στο χωριό. Οι μόνιμοι κάτοικοι, εκτός από τους χειμαδιώτες, 

δίνουν κυριολεκτικά μάχη επιβίωσης με τα στοιχεία της φύσης. Η φτώχεια και γενικά η ανέχεια είναι το κύριο χαρακτηριστικό των χωριανών. Οι μοναδικές ασπίδες προστασίας είναι η γερή προμήθεια ξυλείας, τα χοντρά μάλλινα ρούχα και, από σίτιση, καλαμποκάλευρο, τυρί, φασόλια και τραχανάς.

Μέσα όμως στη μιζέρια βλέπεις και στιγμές ευτυχίας, γιατί το σύνολο του πληθυσμού αποτελείται από νεαρά άτομα, τα μαθητούδια αφενός – εκατόν είκοσι μαθητές περίπου – και αφετέρου τα κορίτσια, που πρέπει να κάνουν τα προικιά τους, τις αμέτρητες φλοκάτες, τις μαντανίες, τις καραμελωτές κ.ά., που θα αποτελέσουν τον εξοπλισμό για το μελλοντικό νοικοκυριό. Από διασκέδαση ούτε λόγος. Εάν ο καιρός το επιτρέψει, θα μαζευτούν την Κυριακή στην εκκλησία και εκεί θα ανταλλάξουν δυο τρεις κουβέντες και θα μάθουν έτσι κάποιο νέο.

Μια διέξοδος λοιπόν, και ίσως η μοναδική για τα κορίτσια του χωριού μας, είναι η νυχτερινή χειμωνιάτικη μάζωξη από σπίτι σε σπίτι, το λεγόμενο «νυχτέρι». Το ραντεβού κλείνεται νωρίς το απόγευμα, όχι από τηλεφώνου αλλά από ραχούλα σε ραχούλα…..  «Κωσταντινιά, εε! Κωσταντινιά….. το βράδυ έλα στο σπίτι για νυχτέρι». Έτσι , από στόμα σε στόμα φτάνει το μήνυμα στην Αλίκη, στην Παρασκευή, στην Παναγιώτα, στη Φώτο, στη Βιργινία, στην Αφροδίτη κ.α. Οι προσκλήσεις δόθηκαν. Εν αναμονή των προσκεκλημένων όμως πρέπει να γίνουν και οι δέουσες προετοιμασίες: το καντήλι γεμίζει πετρέλαιο – η έννοια του ηλεκτρισμού εδώ είναι άγνωστη ακόμα – το τζάκι τροφοδοτείται με χοντρά κούτσουρα και με ελατάκια με κόμπους, που έχει μείνει μπόλικο ρετσίνι να δίνει φλόγα, ενισχύοντας έτσι το αδύναμο φως του καντηλιού. Θα κοσκινιστεί το ροκίσιο αλεύρι, θα ζυμωθεί, για να γίνει κουλούρα, να ψηθεί στη θράκα και να φαγωθεί το βράδυ με τυρί, σαν ορεκτικό, κύριο πιάτο και επιδόρπιο.

Είναι σούρουπο. Ο καιρός είναι «κατεβασμένος» και φαίνεται ότι το χιόνι θα το βάλει στη νύχτα για τα καλά. Επί τέλους ξεπροβάλλουν οι «φρεγάτες». Η καθεμιά τους έχει και τον ανάλογο εξοπλισμό. Άλλη έρχεται με τη ρόκα, το αδράχτι,, το σφονδύλι και τ(ου)λούπα, για να γνέσει το υφάδι, το στημόνι ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση, άλλη έχει τις βελόνες και το νήμα, για να πλέξει τα χοντρά πουλόβερ με τις κοτσίδες ή τα τσιρέπια με τις γιρλάντες στο λάστιχο.

Βολεύτηκαν όλες γύρω από το «μπουχαρή». Βέβαια από μπροστά ζεσταινόσουνα και πίσω «θέριζε» η πόρτα.

Οι φανταστικές ιστορίες, τα παραμύθια, τα καλαμπούρια, τα πειράγματα, τα τραγούδια, τα γέλια και οι χαρές είναι η γαρνιτούρα στη σχεδόν ολονύχτια διάταξη. Αν θυμηθούν κάποιο χωριανό κάπως ελαφρούτσικο, τότε τον «θάβουν», πάντα καλοπροαίρετα βέβαια.

Η ζωηράδα της συζήτησης και των χωρατών διακόπτεται προσωρινά, για να φαγωθούν οι παπαδέλες, που γίνονται και αυτές στο τζάκι.

Η νύχτα προχωράει ευχάριστα. Η ζεστή ατμόσφαιρα, που έχει δημιουργηθεί στην κάμαρα, έχει αφήσει έξω όλα τα προβλήματα. Εδώ εκτονώνεται το κοριτσίστικο νεανικό σφρίγος και ξεδιπλώνονται τα όνειρα και οι επιθυμίες. Δεν υπάρχουν, βλέπετε, ούτε ρεβεγιόν ούτε χοροεσπερίδες.

Να που ήρθε η σειρά της κουλούρας! Ξεσκεπάζεται λοιπόν από τη θράκα, απελευθερώνεται από τα κουτσουμπόφυλλα και περιμένουν λίγο να φύγει η πρώτη φλόγωση. Στρώνεται μπροστά τους το μεσάλι. Τι να βάλουν επάνω; Τέλος πάντων , εναποτίθενται τα κομμένα κομμάτια της κουλούρας και το τυρί, βγαλμένο από το τομάρι, το μοναδικό προσφάι. Η νοστιμιά είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των κοριτσιών. Άλλωστε το ότι τελειώνει «εν ριπή οφθαλμού» είναι μια ακόμα απόδειξη της μοναδικής λιχουδιάς.

Τελειώνοντας το φαγητό το νυχτέρι συνεχίζεται. Τα εργόχειρα δίνουν και παίρνουν. Τα καλαμπούρια και τα χαχανίσματα ξαναρχίζουν εντονότερα…

Είναι περασμένα μεσάνυχτα, όταν κάποια χρειάστηκε να βγει για την ανάγκη της. Βλέπετε ότι οι τουαλέτες δεν είναι εσωτερικές ακόμα…αλλά υπαίθριες. Μόλις επιστρέφει κοκκινισμένη από το κρύο, ανακοινώνει το μεγάλο νέο: το χιόνι έξω έχει ξεπεράσει το γόνατο. Ένας γλυκός φόβος διαπερνά το κορμί τους. Σηκώνονται βιαστικά να φύγουν. Προσπαθούν μέσα στη νύχτα να περπατήσουν στο χιόνι, αλλά είναι αδύνατο. Ειδοποιούν τους δικούς τους με το … «αφορολόγητο κινητό» ότι το νυχτέρι θα συνεχιστεί αναγκαστικά λόγω αποκλεισμού. Άλλο που δεν ήθελαν! Πήραν και πάλι τη θέση τους. Καινούργια κούτσουρα στο τζάκι και οι ιστορίες και τα εργόχειρα αρχίζουν με άλλη διάθεση. Τώρα η οικοδέσποινα τι να τους τρατάρει; Τα μάτια της στριφογυρνάνε στην κάμαρα και στέκονται  σ’ ένα σακί, που έχουν απομείνει κάτι καρύδια. Φέρνει λοιπόν το καινούργιο ρεγάλο και επιδίδονται σ’ αυτό. Έτσι η νύχτα έφυγε πάρα πολύ ευχάριστα. Αφού παίρνουν το πρωινό τους, το ζεστό τραχανά (ο νες καφές ήρθε λίγο αργότερα), ξεμυτίζουν από το σπίτι και το θέαμα που αντικρίζουν είναι απίστευτα όμορφο. Όλα κατάλευκα. Τα σπίτια μόλις που διακρίνονται απ’ το πολύ χιόνι και συνεχίζει να ρίχνει. Τώρα είναι η ώρα των ανδρών. Ανοίγουν μονοπάτια, για να είναι δυνατή η προσπέλαση στο μαγαζί και από σπίτι σε σπίτι. Όσο για τα σχολεία θα παραμείνουν κλειστά και ο δάσκαλος θα παίζει ξερή στο καφενείο.

Έτσι τελειώνει ένα ακόμα νυχτέρι. Αλήθεια, με πόση νοσταλγία θυμάμαι εκείνη την εποχή! Παρ’ όλη τη φτώχεια και τις δύσκολες συνθήκες ζωής, υπήρχε μια γλυκιά θαλπωρή, που θα μείνει αξεθώριαστη  στο διάβα του χρόνου.