Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 13 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

Η Λογγά ήταν ένας συνοικισμός του χωριού Πολυνέρι• Κοθώνι το έλεγαν παλιά, δίπλα από το ρου του ανήσυχου ποταμού Αρέντιου,παραποτάμου του Αχελώου. Εκεί, δίπλα από τα νερά και ανάμεσα στα τεράστια πλατάνια, κάποιοι άνθρωποι

 κάποτε έσπειραν μια γενιά που πορεύτηκε χρόνια και χρόνια με ότι έβγαζαν τα λιγοστά χωραφάκια που κατάφερε να κερδίσει από το δάσος, ότι έδιναν τα κοπαδάκια των αρνοκάτσικων και κυρίως από τα ψάρια του ποταμού.

Ένας από τους απογόνους εκείνων των ανθρώπων είναι ο Γιάννης Αναστασίου, ο οποίος αφού συνταξιοδοτήθηκε επέστρεψε στο χωριό του και μάλιστα επέλεξε να ασχοληθεί με τα κοινά και είναι σήμερα ο Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου Πολυνερίου του Δήμου Πινδαίων.

Με το Γιάννη λοιπόν που δείχνει ένα ιδιαίτερο ζήλο για τα πράγματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, περπατήσαμε στα μέσα του Αυγούστου τον στεγνωμένο γιαλό του Αρέντιου και μας αποκάλυψε σελίδες από ένα κόσμο που αν και χάθηκε, εντούτοις αρδεύει γόνιμα τη μνήμη των Πολυνεριτών.
Στις Λογγές μέχρι τη δεκαετία του ’60 ζούσαν οκτώ οικογένειες, τα μέλη των οποίων όπως προαναφέρθηκε ζούσαν από τη γεωργία αλλά αυτό όμως που ήταν η κύρια τροφή τους ήταν τα ψάρια του Αρέντιου ο οποίος κυριολεκτικά ήταν πηγμένος από πέστροφες, μπριάνες και στρωσίδια (κάτι ανάμεσα σε μπριάνα και λαυράκι τα οποία ζουν μόνο σε αυτό το ποτάμι και τον Αχελώο), χέλια και άλλα πολλά ψάρια. 
Ο Γιάννης που το σπίτι του ήταν καμιά εκατονπενηνταριά μέτρα μακριά από το ποτάμι ξεκίνησε να ψαρεύει από παιδί κοντά στους παλιότερους Αναστασαίους και Τσαβαίους οι οποίοι ψάρευαν με την απόχα (απόχη) και τη ξυλοφωτιά το βράδυ και διάλεγαν τα ψάρια. Οι ξυλοφωτιές ήταν μάτσα ξερών, εύφλεκτων ξύλων τα οποία ήταν δεμένα το ένα πάνω στο άλλο δημιουργούσαν ένα σώμα και όταν τα άναβαν, έλαμπε όλος ο τόπος κατά τη νύχτα. Έτσι έβλεπαν και διάλεγαν τα ψάρια που καρφώνονταν στο φως και έμειναν ακίνητα• όπως με το πυροφάνι στη θάλασσα.
Δεν έπιαναν όμως ότι και ότι μαγεύονταν με το φως αλλά εκείνα που ήταν από μια πιθαμή και πάνω και τα άλλα τα άφηναν ελεύθερα. Αν και ήταν θησαυρός τα ψάρια στο ποτάμι, η εμπειρία της ζωής τους, τους υπαγόρευε ένα μέτρο που απλά και ξεκάθαρα προειδοποιούσε πως και την επομένη ημέρα, καθώς και την μεθεπόμενη έπρεπε να πιάσουν μόνο όσα ψάρια τους ήταν απαραίτητα για το τραπέζι της οικογένειας. Ποτέ εκείνοι οι άνθρωποι, τους οποίους μνημονεύει με σεβασμό για τη στάση τους απέναντι στη φύση και τα πλάσματά της, δεν έπιαναν παραπανίσια ψάρια, ούτε χάλαγαν το γόνο ή τις μάνες την περίοδο της ωοτοκίας. Με ένα σοφό τρόπο τον οποίο διείπαν οι άγραφοι κανόνες της επιβίωσης, ρύθμιζαν ευνοϊκά τα πράγματα κι έτσι είχαν πάντα ψάρια να φάνε• έδιναν και στους συγγενείς τους.
Στο ποτάμι που περνούσε δίπλα στα σπίτια της Λογγάς ψάρευαν αποκλειστικά οι κάτοικοι εκείνου του συνοικισμού και οι συγγενείς που έρχονταν καμιά φορά από το χωριό. Ο γιαλός του Αρέντιου –νερά, βιροί, πέτρες και πλατάνια- αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο προέκταση των καλλιέργειών τους και σύμφωνα με ένα εθιμοκό δίκαιο που διείπε την λειτουργία των χωραφιών έτσι διείπε και τη νομή του ποταμού. Κανένας άλλος δεν είχε δικαίωμα να πάει με την απόχα, ή με τα χέρια ή με άλλο εργαλείο στο ποτάμι και να ψαρέψει προτού πάρει την άδεια από τους Λογγιώτες.
Εξάλλου δεν υπήρχε ανάγκη να πάνε όλοι σε αυτό το σημείο να ψαρέψουν, καθώς οι Αναστασαίοι και οι Τσαβαίοι δεν εξαντλούσαν όλο το απόθεμα των ψαριών του ποταμού, πολλά απ’ αυτά ανέβαιναν ψηλότερα και έτσι επαρκούσαν για όλους. 
Ο Αρέντιος επίσης ήταν γεμάτο χέλια• περισσότερα ήταν τα χέλια τότε παρά οι πέτρες, λέει ο Γιάννης, ο οποίος σημειώνει πως σήμερα έχουν εξαφανιστεί εντελώς και κατ’ αυτόν ευθύνονται κυρίως τα φράγματα που έγιναν στον Αχελώο χωρίς να προβλεφθεί το πέρασμά τους. Ένας άλλος λόγος, λέει, είναι ότι μπαζώθηκαν οι κοίτες των ποταμών, εξαιτίας πάλι των φραγμάτων που κόβουν τη δύναμη των νερών. Οι βάθες, έτσι λένε τους βιρούς στον Αρέντιο, καταργήθηκαν όλες από αυτό το φαινόμενο και οι πέτρες που δεν μπορούν πλέον να μετακινηθούν προς τα κάτω, οι μικρές στην αρχή και οι μεγαλύτερες κατόπιν, φράκαραν στα στενά σημεία του ρου και έτσι εξαφάνισαν τις μεγάλες βάθες που φώλιαζαν και γεννούσαν τα ψάρια.
Το ποτάμι δεν είχε όμως μόνο ψάρια και χέλια. Είχε και βίδρες οι οποίες αφθονούσαν και προκαλούσαν κάποιους να τις πιάσουν και να πουλήσουν τη πανάκριβη γούνα τους. Ο Γιάννης θυμάται τον Παναγιώτη Μονάντερο ο οποίος πήγαινε για ψάρεμα με ξυλοφωτιές μαζί με τους Αναστασαίους και όταν έβλεπε καμιά βίδρα προσπαθούσε να την πιάσει. Μια από αυτές μάλιστα τον δάγκωσε σε μια τρύπα που την στρίμωξε και το γεγονός, έμεινε στην ιστορία σαν ανέκδοτο. Κάποτε λένε οι παλαιότεροι, είχαν σκοτώσει μια βίδρα και πούλησαν τη γούνα της, σε έναν έμπορο που έπαιρνε και γούνες κουναβιών. Είναι βέβαιο ότι κυνηγούσαν για να πάρουν από τα αρσενικά τα γάγγλια τους, για τα οποία πίστευαν πως ήταν φάρμακο για τους ρευματισμούς και μετά από κατάλληλη επεξεργασία, τα πουλούσαν σε όσους πίστευαν πως θα γιατρευτούν με αυτά. Πάντως, λένε πως και σήμερα υπάρχουν βίδρες στον Αρέντιο.


Ο Γιάννης όταν ψάρευε περπατούσε από τη σμίξη του Αρέντιου με τον Αχελώο, το Κορακονήσι μέχρι τη Λογγά, μέχρι εκεί που ήταν τα δικά τους χωράφια. Τότε δεν χρειάζονταν να κάνει κανείς μεγάλη διαδρομή να γεμίσει ένα τροβά, σε πεντακόσια μέτρα έβγαζε τα ψάρια που ήθελε για την οικογένεια. Έπιανε δυο – τρία κιλά ψάρια και επέστρεφε. Έπιανε και χέλια, τα οποία δεν ήταν σκληρά όπως της θαλάσσης και δεν τα περνούσαν με ξύδια πριν τα τηγανίσουν με καλαμποκίσιο αλεύρι και γίδινο βούτυρο, όπως τις πέστροφες. Θυμάται πως είχαν σε καθημερινή βάση, ψάρια στο τραπέζι, ενώ κρέας έτρωγαν δυο – τρεις φορές το χρόνο. Όταν τύχαινε να πιάσουν καμιά φορά περισσότερα ψάρια, τότε τα αλάτιζαν με χοντρό αλάτι να διατηρηθούν μερικές ημέρες παραπάνω γιατί δεν είχαν ψυγεία. Εκτός αυτού, οι Πολυνερίτες θεωρούσαν την πέστροφα νοστιμότερη όταν αυτή είχε αλμυρίσει σαν τον μπακαλιάρο. Εκτός από τηγανιτές, συχνά τις έψηναν στη γάστρα, κοκκινιστές στο ταψί με κρεμμυδάκια και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος όταν τις ξεφούρνιζαν. Τον Μάιο όταν άρχιζε να πέφτει το νερό, έβαζαν στο ποτάμι σελπιά (μια κατασκευή που έμοιαζε με μεγάλο κοφίνι από πλεγμένα κλαδιά πλατάνου) και ήταν η εποχή που έπιαναν τα μεγαλύτερα ψάρια - μάνες που είχαν ανέβει ψηλά να γεννήσουν και επέστρεφαν στον Αχελώο. Ο Γιάννης θυμάται μια φορά ένα ψάρι που τόσο μεγάλο που από το χτύπημα είχε μετακινήσει το σελπί από τη βάση του. Το Πολυνέρι λένε επίσης πως ο Κώστα - Λώλος είχε πιάσει κάποτε μια πέστροφα 17 οκκάδες και για να την κουβαλήσει με κάποιον άλλο στο χωριό, την κρέμασαν σε ένα ξύλο σαν σφαχτάρι. Ένας άλλος τρόπος ψαρέματος που ευτυχώς ευδοκίμησε για λίγο, ήταν με τα όπλα των ΤΕΑ και τις τζάμπα σφαίρες που είχαν οι «οπλιτώς». Δεν σημάδευαν τα μεγάλα ψάρια, απλά τα πυροβολούσαν δίπλα τους και αυτά πάθαιναν όπως με το δυναμίτη. Ένας ακόμα ανορθόδοξος τρόπος που σταμάτησε γρήγορα ήταν τα μπουκάλια με ασβέστη. Έβαζαν σε ένα μπουκάλι άσβεστο ασβέστη και το έριχναν στο βιρό. Όταν αυτός έσκαζε (σαν μολότωφ) ζάλιζε τα ψάρια και έτσι τα έπιαναν εύκολα. Ο τρόπος όμως αυτός γρήγορα εγκαταλείφθηκε γιατί έκαναν μπάνιο στις ίδιες βάθες και πολλοί τραυματίζονταν από τα γυαλιά που απέμειναν μετά την έκρηξη στο βυθό. 
Το 1962 λέει ο Γιάννης, έπεσε το πρώτο ριχτάρι στον ποταμό από τον Βασίλη Χαμπέρη. Αυτός εμφανίστηκε κάποια ημέρα στη Λογγά με αυτό το καινούργιο εργαλείο και σαν συνάντησε τον μπάρμπα του, τον Στέλιο Αναστασίου, του ζήτησε την άδεια να ψαρέψει. Ο γέροντας τον άφησε και σαν είδε όμως δεν γλιτώνει τίποτα με το ριχτάρι, με τρόπο του είπε να μην ξαναπάει στο ποτάμι αν πρώτα δεν τον ρωτήσει. Ο Χαμπέρης κατάλαβε και δεν ξαναπήγε, αλλά ένα σωρό άλλοι, σε όλο το μήκος του Αρέντιου, αλλά σε κάθε ποταμό άρχισαν από εκείνα τα χρόνια να θερίζουν με ριχτάρια τα ποτάμια από τα ψάρια.
Λίγο μετά το 1960 εμφανίστηκε και η πεταλούδα και κανείς στη Λογγά δεν πίστευε πως με αυτό το γυαλιστερό σιδεράκι θα μπορούσαν να πιάσουν ψάρια. Ένας ξένος, περαστικός από το χωριό, έριξε την πρώτη πεταλούδα στον Αρέντιο και αμέσως έγινε το θέμα της ημέρας καθώς όπως όλες οι βάθες ήταν γεμάτες ψάρια, δεν λάθευε σε καμιά ριξιά. Εκείνος ο άνθρωπος του οποίου κανένας δεν θυμάται το όνομα, έφυγε από τη Λογγά με μια αρμαθιά ψάρια αλλά τους άφησε την πεταλούδα. Άρχισαν λοιπόν να τη ρίχνουν στο νερό και οι Πολυνερίτες, αλλά δεν γνώριζαν τον τρόπο που δουλεύει αυτό το εργαλείο και τις περισσότερες φορές έπρεπε να βουτήξουν στο νερό να την ξεμπλέξουν από τις ρίζες. Σιγά – σιγά όμως έμαθαν να την χειρίζονται κι έτσι το ποτάμι γέμισε πεταλούδες.
Ο πλούτος του Αρέντιου, σύμφωνα με τον Γιάννη άρχισε να λιγοστεύει από την εποχή που έγινε το πρώτο φράγμα στον Αχελώο και δυσκολεύτηκαν στην κυκλοφορία. Την ίδια εποχή άρχισαν και κάποιοι να «ψαρεύουν» με δυναμίτες και η καταστροφή έγινε αμέσως αντιληπτή. Γύρω στο 1970 στο ποτάμι έπεσε ο πρώτος ψαροντουφεκάς• Γιώργο Σχορεσιανίτη τον έλεγαν και χτύπαγε μέχρι 10 κιλά ψάρια την ημέρα. Στον Αρέντιο πάλι δεν έπεφταν πολλοί δυναμίτες γιατί ο ρους του είναι στενός και ο βάθες τους, αν και πολλές φορές ξεπερνούσαν τα σε βάθος τα τέσσερα μέτρα, ήταν μικρές. Οι περισσότεροι δυναμίτες πάντως έπεφταν στον Αχελώο που λόγω μεγέθους προσφέρονταν γι’ αυτό. Στη Λογγά μάλιστα, όσο ζούσαν εκεί κάτω άνθρωποι, μέχρι το 1970 δεν έπεσε ποτέ δυναμίτης. 
Δεν ήταν όμως οι νέοι τρόποι ψαρέματος που χάλαγαν το ποτάμι. Πολλές φορές οι απότομες βροχές και οι πλημμύρες που ακολουθούσαν κατέστρεφαν ολοσχερώς κάθε ζωή στον Αρέντιο. Ένα καλοκαίρι θυμάται ο Γιάννης, το ’63, έγινε μια ολοσχερής καταστροφή. Μια απότομη βροχή έφερε τον Ιούλιο, μια μεγάλη φουρτούνα που σάρωσε όλο το ποτάμι. Καθώς εκείνα τα χρόνια το χωριό είχε πολλά ζώα, τα οποία είχαν αλέσει το έδαφος με τις οπλές τους, όλος ο κουρνιαχτός έγινε βρωμερή λάσπη ανακατεμένη με κοπριά που κάλυψε όλο το ρου του Αρέντιου, πέταξε όλα τα ψάρια έξω και διέλυσε τη γέννα εκείνης της χρονιάς. Πήγαν να μαζέψουν ψάρια, γέμισαν τροβάδες και τροβάδες, αλλά τι να τα έκαναν χωρίς ψυγείο. Τα παράτησαν και 
βρώμισε δεξιά και αριστερά ο γιαλός από τα ψόφια ψάρια και τα πλάσματα του ποταμού. Το ποτάμι σιγά – σιγά καθάρισε, αλλά τα ψάρια είχαν εξαφανιστεί και μόνο την επόμενη χρονιά ανέβηκαν λίγα και δειλά τον Αρέντιο. Εκείνη τη χρονιά, λέει ο Γιάννης, στη Λογγά όλοι δυστύχησαν γιατί ζούσαν αποκλειστικά από τα ψάρια, και το γεγονός στην ουσία σήμανε την αρχή της εγκατάλειψη της Λογγάς. 
Ο Γιάννης ψάρεψε με όλους τους τρόπους στον Αρέντιο, το ’63 μάλιστα έριξε και ριχτάρι. Μετά από λίγα χρόνια έφυγε και μόνο τα καλοκαίρια που πήγαινε για λίγες ημέρες στο χωριό, κατέβαινε στο ποτάμι και πήγαινε να ψαρέψει στους βιρούς από τον Ρουπακιά μέχρι τον Πλατανιά και τα Τσιβολέϊκα, στα βιρούδια της Λογγάς. 

 

 

 [ Επιστροφή ]