Πολυνέρι Τρικάλων

Μηνύματα

yxybysoz - 17/04/2018 - 16:35

odżywka do paznokci

bylulo - 15/04/2018 - 12:04

site de apostas bet

ojixidi - 14/04/2018 - 23:29

creatina como tomar

evyzoqa - 14/04/2018 - 20:04

opublikowany tutaj

inonuxol - 14/04/2018 - 19:19

edzésterv fogyáshoz

The shoutbox is unavailable to non-members

Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 19 επισκέπτες και κανένα μέλος

Φόρμα Σύνδεσης

Για τους παλιότερους στο Πολυνέρι -Κοθώνι έλεγαν κάποτε το κατ’ εξοχήν κτηνοτροφικό χωριό των Τρικάλων- η κατάκτηση της ψηλής απόκρημνης κορυφής Πέρα Κάστρο ασφαλώς και δεν σήμαινε τίποτα, αφού

 η ζωή τους τα καλοκαίρια στα λιβάδια της Χούνης και του Νεραϊδότοπου κάτω από τη σκιά του κυλούσε, και η πιο συνηθισμένη αφορμή για να πάρουν τον αέρα τους ψηλά στα 2.100 μέτρα ήταν το μάζεμα των άτακτων κατσικιών ή μια χούφτα χιόνι!

Εμείς όμως, μια ωραία συντροφιά που συγκροτήθηκε μόλις την προηγούμενη νύχτα στο Πολυνέρι, βάλαμε ένα ιδιαίτερο στόχο για να πάρουμε τα βουνά την παραμονή ακριβώς του περσινού Δεκαπενταύγουστο: να πάμε να πάρουμε χιόνι από τη μεγάλη τρύπα που βρίσκεται στα 2.085 περίπου μέτρα ψηλά στην κορυφή του βουνού. Αν και η πρόσκληση απευθυνόταν προς όλους, άνδρες και γυναίκες που παραθέριζαν εκείνες τις ημέρες στο Κοθώνι, ελάχιστοι ήταν τελικά εκείνοι που ήρθαν στο πρωινό ραντεβού καθώς οι πιο πολλοί, το είδαν σαν μια ενέργεια που είχε να κάνει μόνο με την απόδραση από τον αφόρητο καύσωνα που ταλαιπωρούσε εκείνες τις ημέρες και εκείνο το ορεινό χωριό ενώ ορισμένοι, σκέφτηκαν την ταλαιπωρία των παιδικών τους χρόνων πίσω από τα κοπάδια και απαξίωσαν εντελώς την ευγενική μας προσπάθεια!
Το γεγονός δεν επηρέασε καθόλου τη διάθεσή μας και επτά άνθρωποι μαζί με την ωραία σκυλίτσα τη Βλάχα, ξεκινήσαμε στις 5 το πρωί με 2 αγροτικά αυτοκίνητα να ανεβούμε ως τον αυχένα της Χουνης όπου εξαιτίας των πολλών στροφών και της στενότητας του δρόμου, φθάσαμε σε μια ώρα - μια ώρα λιγότερη απ’ ότι έκαναν παλιότερα με τα μουλάρια ή τα πόδια και μάλιστα φορτωμένοι οι τσοπάνηδες.
Σαν φθάσαμε εκεί, περιμέναμε κάνα μισάωρο να βγει ο ήλιος που φάνηκε από τη μεριά της Θεσσαλίας, μέσα σε ένα μοβ βαρύ ορίζοντα, άρρωστος κι αυτός από τη ζέστη και γρήγορα άρχισε να ανηφορίζει στο στερέωμα και μας υποχρέωσε να κινηθούμε γρήγορα για να μην μας ταλαιπωρήσει μέσα στη μεγάλη Χούνη. Αυτοί που ήξεραν τον τόπο, έδωσαν το σύνθημα και αμέσως αρχίσαμε να περπατάμε σε ένα ανηφορικό μονοπάτι, λίγο πατημένο από πρόβατα. Σε κάθε βήμα μπροστά μας άρχισε να ανοίγεται η μεγάλη Χούνη που όπως φανερώνει το όνομά της, είναι μια περιοχή που κυριολεκτικά μοιάζει με το εσωτερικό ενός χωνιού ή κατά το κομψότερο, με το κοίλον ενός τεράστιου φυσικού αμφιθεάτρου με ανατολικό προσανατολισμό και θέα στα απέναντι βουνά της νότιας Πίνδου, κερκίδες του οποίου είναι μεγάλοι βράχοι με την πανοραμική θέα ενώ ένα σωρό στεγνοί χείμαρροι έδειχναν πως ο καιρός εκεί πάνω δεν αστειεύεται καθόλου. Σε όλη δε την κοίλη επιφάνεια της Χούνης, η βλάστηση περιορίζονταν σε χαμηλά χορτάρια και μόνο σε λίγα απάγκια σημεία, διακρίνονταν κάποιο μαραζωμένο δέντρο το οποίο δεν είχε το κουράγιο να ψηλώσει περισσότερο από το βράχο που το προφύλασσε από τον αέρα και τις χιονοστιβάδες που ξεκινάνε από την κορυφή και σάρωναν ως φαίνεται όλο τον τόπο το χειμώνα. 
Σε μια διαδρομή μιας ώρας περίπου μέχρι τη Απάνω Θύρα όπου υπολογίζαμε πως θα βρίσκαμε την μυστηριώδη τρύπα, περπατήσαμε σε ένα τοπίο όπου πύρωνε η πέτρα και δεν ακουγόταν τίποτα, εκτός από τα βήματά μας και τα αδύναμα αλυχτίσματα της Βλάχας. Ακόμα και τα γεράκια που συνήθως κάνουν φασαρία τέτοιες ώρες στο αιθέρα των βουνών κι αυτά είχαν λουφάξει από την ανυπόφορη ζέστη. Σε όλη αυτή την τεράστια έκταση, πουθενά δεν φαίνονταν κάποια βρύση, παρά μόνο μια ιδέα υγρασίας στο μέτωπο του πέτρινου τείχους που κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια μας και στη βάση του οποίου βαδίζαμε. Εκεί είπε ο Κώστας μπορεί να είναι η τρύπα με το χιόνι και βυζαίνει ο τόπος υγρασία και όλοι συμφωνήσαμε με αυτή τη διατύπωση.
Αν και πολύ σκληρό το τοπίο, δεν παρουσίασε ιδιαίτερες δυσκολίες μέχρι τον αυχένα της Απάνω Θύρας – Πάνω Πόρτα την λένε οι ντόπιοι – και οφείλει το όνομά του σε μια μεγάλη σχισμή στα κάθετα βράχια της κορυφής που άνετα μέσα της μπορεί να χωρέσει κάποιος άνθρωπος. Από εκεί ξεκινούσε παλιότερα ένα μονοπάτι που κατέβαινε στη Γαλαροχούνη, ένα χαμηλό οροπέδιο με πολλά λιβάδια που βοσκάνε κοπάδια από άλλα γειτονικά χωριά. Εδώ και πολλά χρόνια όμως έχει να πατήσει άνθρωπος αυτό το μονοπάτι και το οποίο, ούτως η άλλως ήταν επικίνδυνο και μόνο λίγοι, τολμηροί ή άμυαλοι τολμούσαν να το περπατήσουν. Γι’ αυτό όσοι ήθελαν να περάσουν στα λιβάδια της Γαλαροχούνης, προτιμούσαν να περάσουν από την Κάτω Θύρα ή Πορτοπούλα στη θέση Μαράθια που ήταν πιο ασφαλής. 
Δεν υπήρχε λόγος λοιπόν να κάνουμε καμιά αποκοτιά να διαβούμε τη Απάνω Θύρα, από την οποία θαυμάσαμε με ιδιαλιτερη προσοχή το επιβλητικό τοπίο κι έτσι αρχίσαμε να ανεβαίνουμε την εξαιρετικά απότομη πλαγιά – σαν σε τοίχο ανεβήκαμε και με τη ψυχή στο στόμα καμιά 20αριά μέτρα και αφού διαβήκαμε μια εξέδρα θαρρείς στην πλαγιά, γεμάτη αιχμηρές πέτρες που έμοιαζαν σαν να ήταν φυτεμένες σε ένα κήπο, φτάσαμε ξαφνικά στο χείλος μιας τεράστιας τρύπας που όντως στον πυθμένα της ήταν σωρευμένος ένας όγκος χιονιού με καφεκίτρινη, από τη σκόνη του σύμπαντος επιφάνεια. «Αυτό ήταν, τη βρήκαμε», φωνάξαμε με ενθουσιασμό και αμέσως, ο Δημήτρης, ο Κώστας και ο Παναγιώτης άρχισαν να κατεβαίνουν από μικρά σκαλιά που ως φαίνεται έχουν δημιουργηθεί από ανθρώπινα χέρια. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο κατέβηκαν τα 15 περίπου μέτρα του πηγαδιού απ’ όπου έβγαινε μια περίεργη δροσιά που μύριζε χώμα, υγρασία μαζί και κλεισούρα. «Παγώνουμε εδώ μέσα» μας φώναξαν και τους ζηλέψαμε γιατί εμάς ήδη μας έψηνε ο ήλιος που είχε ανεβάσει τη θερμοκρασία ήδη στους 35 βαθμούς αλλά δεν είχαμε το κουράγιο να κατεβούμε στον πάτο της τρύπας και περιμέναμε πότε θα ανεβάσουν ένα κομμάτι πάγο, να τον πιάσουμε στα χέρια μας να δροσιστούμε λίγο και να πούμε και οι υπόλοιποι πως ο στόχος μας επιτεύχθη. Έτσι έγινε και την περισσότερη χαρά έκανε η Βλάχα που χάρηκε περισσότερο απ’ όλους την ανάβαση στο βουνό, παίζοντας εδώ κι εκεί και έβγαλε μάλιστα και ένα κοπαδάκι πέρδικες, το μοναδικό που συναντήσαμε όλη την ημέρα στο βουνό που άλλοτε βούιζε από όλων των ειδών τα πουλιά.
Αφού ο στόχος μας είχε στεφθεί με επιτυχία και συνηθίσαμε στο υψόμετρο άρχισαν τα μαθήματα γεωγραφίας, δηλαδή ένας άτυπος διαγωνισμός γνώσεων σχετικά με τα βουνά και τις κορυφές που βλέπαμε στους τέσσερις ορίζοντες. 
Ανατολικά φαίνονταν τα χωριά και τα βουνά της Αργιθέας με κάποια χωριά στα ριζά τους, τα Ελληνικά και την Καλλικώμη και όλες οι κορυφές των Αγράφων κεντούσαν τον αιθέρα, βόρεια βλέπαμε το βαρύ Αυγό και τα βουνά του Ασπροποτάμου, δυτικά το συγκρότημα του Χατζή και τον Αλαμάνο, στις εντελώς γυμνές πλαγιές τους όπου βόσκουν λίγα μυροφυλίτικα κοπάδια, η Κωστηλάτα ενώ κάτω από μια αχνή γαλάζια ομίχλη που ανέβαινε πίσω από τα χαμηλότερα βουνά, καταλαβαίναμε πως ήταν ο ρους του Αχελώου. Η απάτητη όμως κορυφή του Πέρα Κάστρου μας έκλεινε κάπως τον ορίζοντα και μόνο σαν αργότερα κατεβήκαμε λίγο παρακάτω είδαμε πολύ μακριά τον Αμβρακικό κόλπο και ένα τμήμα της Λευκάδας. Χορτάσαμε εικόνες από την ορεινή Ελλάδα, βλέπαμε από εκεί τη μισή ορεινή Ελλάδα!
Όση ώρα κάναμε ανάμεσα σε αντεγκλήσεις και διχογνωμίες σχετικά με τα βουνά που βλέπαμε το μάθημα, το χιόνι είχε ήδη λιώσει, ούτε μια σταγόνα δροσιά δεν είχε μείνει και μάταια η Βλάχα ταλαιπωρούσε τη γλώσσα της πάνω στα πυρακτωμένα λιθάρια. Το αναμενόμενο γεγονός έγινε η αφορμή να μιλήσουμε για τους παλιούς που ανέβαιναν κάποτε στην Τρύπα να βγάλουν χιόνι το οποίο χρησιμοποιούσαν για να καταπολεμούν τις καλοκαιρινές θέρμες, τον τύφο και άλλες αρρώστιες του κάμπου και για να κρυώνουν τις μπύρες στα πανηγύρια! 
Όντως τα παλαιότερα χρόνια, πολύ συχνά ανέβαιναν άνθρωποι στην τρύπα και έπαιρναν χιόνι για τους αρρώστους και μάλιστα αυτοί οι ριψοκίνδυνοι ορεισίβιοι πληρώνονταν καλά γι’ αυτή τη δουλειά. Για να έχουν μάλιστα καλό αποτέλεσμα, περπατούσαν όλη τη νύχτα για να είναι εκεί τα ξημερώματα, να κόψουν μια κολώνα χιόνι, να τη βάλουν στα τσουβάλια, να περπατήσουν κάνα χιλιόμετρο στο επικίνδυνο μονοπάτι και πριν ανέβει ο ήλιος να το φορτώσουν, αν βεβαίως είχαν, στο μουλάρι και να το παραδώσουν σε αυτόν που το είχε παραγγείλει με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Στη δεκαετία του ’60, όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι μπύρες και ως καινούργιο προϊόν έχαιρε ιδιαίτερης προτίμησης στα πανηγύρια, τότε παρουσιάστηκε και η ανάγκη του πάγου κι έτσι κάποιοι άνθρωποι που ήξεραν τα μονοπάτια έβγαζαν ένα ολόκληρο πενηντάρικο σε κάθε δρομολόγιο. Ήταν τόση όμως η κούραση που κανένας δεν μπορούσε να κάνει παρά δυο – τρία δρομολόγια εκείνες τις ημέρες. 
Μια άλλη χρήση του πάγου όπως προαναφέραμε ήταν στην ιατρική και για την ανακούφιση των ασθενών, έφτανε κόσμος στην τρύπα απ’ όλα τα γύρω χωριά, ακόμα και από τον κάμπο. Στα χρόνια μάλιστα της Εθνικής Αντίστασης, η διεύθυνση του αντάρτικου νοσοκομείου που έδρευε στο Πολυνέρι, έβαζε σε καθημερινή αγγαρεία Πολυνερίτες να πηγαίνουν στην Τρύπα και να φέρνουν χιόνι για τις ανάγκες του. 
Μια άλλη χρήση της Τρύπας ήταν η λειτουργία της σαν ψυγείο από τους τσοπάνηδες που βοσκούσαν στη Χούνη και καθώς η συνήθεια της ζωοκλοπής ποτέ δεν είχε εκλείψει σε αυτό τον τόπο, καμιά φορά και ως κρυψώνα των κλεμμένων ζωντανών. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε κάποιοι που έκλεψαν ένα τράγο προς τα τέλη του Σεπτεμβρίου, αφού τον έψησαν έφαγαν όσο μπόρεσαν και το υπόλοιπο κρέας το έκρυψαν στην Τρύπα. Μια ξαφνική όμως κακοκαιρία τους υποχρέωσε να φύγουν άρον – άρον από το βουνό που σκεπάστηκε την ίδια ημέρα από χιόνια και την άνοιξη που επέστρεψαν, είδαν πως το ψημένο τραγί είχε διατηρηθεί θαυμάσια μέσα στο χιόνι και χωρίς ενδοιασμούς το αποτελείωσαν!
Πέρα όμως από αυτά, η Τρύπα καθώς και πολλές άλλες μικρότερες που υπάρχουν στο βουνό που τροφοδοτούσαν τις πηγές της Χούνης ήταν εντελώς στεγνές, γεγονός που έχει επηρεάσει αρνητικά, κυρίως την περίφημη Κρυφόβρυση, μια βρύση με πολύ παγωμένο νερό, τόσο που κανένας δεν μπορούσε να κρατήσει το χέρι του στον κάναλο περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Μεταξύ άλλων, πέρσι διαπιστώσαμε πως η φήμη της σαν τη βρύση με το πιο παγωμένο νερό στην Πίνδο είχε σβήσει καθώς η θερμοκρασία του ήταν σαν μια συνηθισμένη βρύση δικτύου πόλης!
Το δυσάρεστο αυτό γεγονός οφείλεται στην τεράστια αύξηση της θερμοκρασίας ακόμη και στις κορυφές των βουνών με αποτέλεσμα το στέγνωμα κάθε πηγής.
Όταν ξεκινήσαμε να κατηφορίσουμε από την κορυφή της Τρύπας, είχε ήδη μεσημεριάσει και η ζέστη ήταν αφόρητη – ούτε μια πνοή αέρα δεν έρχονταν από πουθενά να μας δροσίσει. Η κατάσταση όμως δεν μας εμπόδισε να επισκεφτούμε, τον Νεραϊδότοπο, μια χαμηλότερη κορυφή που δίκαια φέρει αυτό το όνομα, καθώς συγκροτείται από τρία μικρά, ανεξάρτητα οροπέδια, που λέγονται Κάτω, Μεσαίος και Πάνω Νεραϊδότπος που κλιμακωτά ανεβαίνουν τη νοτιοανατολική πλαγιά του βουνού και πάντα αποτελούσαν τα καλύτερα τμήματα του βοσκότοπου. Ο Πάνω μάλιστα Νεραϊδότοπος που είχε έκταση όσο ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, ήταν τόσο επίπεδος που αν είχαμε μαζί μας μια μπάλα θα δοκιμάζαμε τις δυνατότητές μας. 
Το πέρασμά μας από τον Νεραϊδότοπο ξύπνησε σε όλη την παρέα μνήμες από την εποχή που παιδιά όλοι τους βοσκούσαν τα πρόβατα σε αυτό το όμορφο τόπο που τις αυγουστιάτικες νύχτες ο γαλαξίας έβρεχε αμέτρητα αστέρια. Μαγεύονταν οι παλιότεροι τσοπάνηδες από το εκπληκτικό αυτό φαινόμενο κι έλεγαν για νεράιδες που χόρευαν στα ξάγναντα και κάτασπρα άλογα που πετούσαν στον λαμπερό αιθέρα κι έτσι έμεινε το όνομα στον τόπο. Εκεί σε μια άκρη, ήταν ένας σωρός πέτρες που όπως μάθαμε ήταν κάποτε το ψηλότερη στρούγκα των Πολυνεριτών τσοπάνηδων. 
Χαμηλότερα όμως, σε ένα απάγκιο μέρος λίγες δεκάδες μέτρα από το σημείο που καταλήγει ο χωματόδρομος και αρχίζουν τα μονοπάτια που οδηγούν σε διάφορα σημεία της Χούνης και στην κορυφή, είναι τα Καλύβια, ένας οικισμός από καμιά δεκαριά καλυβόσπιτα στεγασμένα με βαριές πλάκες για να μην τις σηκώνει ο αέρας που ξυρίζει την περιοχή το χειμώνα. Αυτός ο οικισμός μα τα σπιτοκάλυβα μαζί με τα πέτρινα μαντριά, τις αμπουριές, τα γαλαρολίθια, τα καλυβάκια και το πηγάδι με το βαρύ νερό αποτελούν το καλύτερα σωζόμενο σύνολο εγκατοίκησης τσοπάνηδων στην κεντρική Πίνδο και με ελάχιστη φροντίδα κάλλιστα θα μπορούσε να συντηρηθεί και να λειτουργήσει ως ένα ανοιχτό μουσείο της τσοπάνικης ζωής. Η σκέψη έχει κατά καιρούς ανακοινωθεί από τους Πολυνερίτες σε διάφορους φορείς, αλλά που τέτοια! 
Στα Καλύβια της Χούνης φτάσαμε μετά από έξι σχεδόν ώρες ανάβασης και κατάβασης στο βουνό που κάποτε αχοκοπούσε από τα κυπροκούδουνα, τα βελάσματα των κοπαδιών, τα αλυχτίσματα των σκύλων και τις φωνές των τσοπάνηδων. Εκεί ακουμπισμένοι στους τοίχους των καλυβόσπιτων πήραμε μια ανάσα πριν μπούμε πάλι στα αυτοκίνητα για την επιστροφή μας στο χωριό και δώσαμε την υπόσχεση μια φορά κάθε καλοκαίρι να ανεβαίνουμε στην τρύπα για να βλέπουμε πότε θα στεγνώσει κι αυτή και να γυρίσουμε στο χωριό να πούμε το πικρό μαντάτο, ότι στέγνωσε το Πέρα Κάστρο και όποιος το καταλάβει, το κατάλαβε…

- Για την ιστορία της ανάβασης στην τρύπα που είχε να γίνει αρκετά χρόνια, πρέπει να πούμε πως συμμετείχαν ο Κωστάκης Μυλωνάς που ήξερε καλά τα μονοπάτια, όπως εξάλλου οι Παναγιώτης Χαμπέρης και Παναγιώτης Γιαννούχος, ο Γιάννης Αναστασίου και ο Δημήτρης Βλαχοπάνος με το μικρό γιο του Θύμιο, ο οποίος ανακηρύχθηκε ο ήρωας της ημέρας καθώς πάτησε κι αυτός το Πέρα Κάστρο με το ένα χεράκι του στο γύψο, αποτέλεσμα μιας απροσεξίας του στο ίσιωμα. Όλοι βέβαια χρειαστήκαμε κάνα – δυο ημέρες να συνέλθουμε, αυτή όμως που πλήρωσε τη χαρά της με μια εβδομάδα, ήταν η μικρή Βλάχα που μέχρι λαγό είχε σηκώσει! 

 Ανεβαίνει γοργά ο ήλιος στο στερέωμα, αλλά τα σκοτάδια επιμένουν και αμύνονται στις δυτικές πλαγιές του βουνού και δημιουργούν έντονες αντιθέσεις στην όραση.

 Δεν την είπαν τυχαία Πέρα Κάστρο την τεράστια ορθοπλαγιά οι Πολυνερίτες καθώς η μεγάλη βραχώδης έξαρση του βουνού μοιάζει με πραγματικό οχυρό στους αιθέρες

 Η υποχώρηση του εδάφους σε αυτό το σημείο οφείλεται στις διαβρώσεις των νερών και οι ντόπιοι την ονόμασαν χαϊδευτικά Χνούλα, σαν αδερφή της μεγάλης Χούνης

 

 

 

 Πάνε πολλά, πολλά χρόνια που έχει να νιώσει την ανάσα του κοπαδιού αυτό το μικρό μαντράκι στα Μαράθια που το χρησιμοποιούσαν όσοι δεν προλάβαιναν την νύχτα.

 

Ο ήρωας της ημέρας ήταν αναμφισβήτητα ο μικρός Θύμιος που ανέβηκε στα 2.100 μέτρα με το χεράκι του που έσπασε σε ένα ίσιωμα της Αθήνας, τυλιγμένο στο γύψο.

 

Μια μαχαιριά άνοιξε στην κορυφή του βουνού την περίφημη Πάνω Θύρα που είναι η αρχή του δύσκολου και επικίνδυνου μονοπατιού που οδηγούσε στη Γαλαροχούνη.

 

Ήμασταν 800 μέτρα ψηλότερα από τη μοσχοφύτικη Γαλαροχούνη και τα κουδούνια από το κοπάδι και τα αλυχτίσματα των σκυλιών έφθαναν μέχρι τα αυτιά μας!

 Που να κρυφτεί η σκιά στην εντελώς ακάλυπτη κορυφή του Χατζή, ακριβώς απέναντι από το Πέρα Κάστρο που το συναγωνίζεται σε ύψος και σκληρότητα.

 

 Σκληρό, απέραστο φαίνεται το τείχος που δημιουργούν τα βουνά της Μεσοχώρας και από τα περίφημα βοσκοτόπια τους δεν ακούγεται πλέον ούτε ένας ήχος από κοπάδι.

 

Η ελαφριά ομίχλη που ανεβαίνει ανάμεσα από τα βουνά είναι η χλιαρή πνοή του ταλαιπωρημένου Αχελώου που ανεβαίνει κάθε πρωί από την κοίτη του στον ουρανό.

 

Σε τούτες τις κορυφές φυτρώνει το καλύτερο τσάι της Πίνδου, αλλά το μάζεμά του είναι μια υπόθεση που λίγοι, ριψοκίνδυνοι που ξέρουν από βουνό, την αποφασίζουν. 

 

 

 Η περίφημη Άνω Θύρα προκαλεί τον θαρραλέο να την περάσει αλλά μόνο από τους παλιούς τσοπάνηδες κάποιοι τόλμησαν να την περάσουν και δεν γκρεμίστηκαν.

 

 Στη γδαρμένη από τους αέρηδες και τις χιονιάδες πλαγιά, ένα κλαράκι βρήκε μια σχισμάδα στο βράχο, έριξε ρίζες και με ότι έβρισκε μεγάλωσε λίγο το κορμάκι του.

 Τα βράχια σχηματίζουν μεγάλα σκαλοπάτια που θέλουν δύναμη και υπομονή για να ανέβει κάποιος το κάστρο μέχρι τη μεγάλη τρύπα και στο διάσελο με την όμορφη θέα

 

 Ο στόχος της ανάβασης βρίσκεται σε 15 μέτρα βάθος μέσα στην παγωμένη μεγάλη τρύπα και ο Δημήτρης με τον Παναγιώτη, κόβουν με τη γκλίτσα ένα κομμάτι χιόνι.

 

 Το τρόπαιο – ένα κομμάτι λερωμένο χιόνι- μεταφέρει με κόπο στον ώμο του ο Δημήτρης για να το αγγίξουμε όλοι που περιμέναμε στο χείλος της τρύπας.

 

 Κι αυτές οι τρύπες πριν από μερικά χρόνια φιλοξενούσαν χιόνι μέχρι τον Ιούλιο σχεδόν αλλά οι τραγικές αλλαγές που έχουν γίνει στο κλίμα, τις έχουν στεγνώσει.

 

 Αφού δροσίσαμε τα χέρια μας από το παγωμένο χιόνι, βάλαμε στη μέση την κολώνα και στηθήκαμε μπροστά στη μηχανή γιατί κάποιοι μπορεί να μην μας πίστευαν!

 

 Πόσο θέλει ο άνθρωπος σαν βλέπει αυτές τις πέτρες να πιστέψει πως κάποιοι υπεράνθρωποι κάποτε έχτισαν το κάστρο τους στην κορυφή που λένε Πέρα Κάστρο;

 

 Χρόνο με το χρόνο η κορυφή του Αλαμάνου αδυνατίζει και το γεγονός επαληθεύουν οι τεράστιοι χείμαρροι με τα λιθάρια που σέρνονται στις γυμνές πλαγιές του.

 

 Κάτι λίγα κοπάδια έχουν μείνει στα λιβάδια του μυροφυλλίτικου Χατζή αλλά το πέρασμά τους στα βουνά διακρίνεται από τα άπειρα μονοπάτια που δημιουργούν.

 

 Πόσους αιώνες είναι όρθια τα καλυβόσπιτα στη Χούνη, είναι ένα ζήτημα που μόνο η κορυφή Κουρκούλια και οι πέτρες το γνωρίζουν αλλά δεν έχουν μιλιά να το πούνε.

 

 Μόνο από κοντά μπορούν να ξεχωρίσουν τα σπιτοκάλυβα των τσοπάνηδων στη Χούνη από τις άλλες πέτρες που διαθέτει σε μεγάλη αφθονία εκεί ο τόπος.

 

 Σκούριασαν τα μισοβάρελα που έβαλαν κάποτε οι τσοπάνηδες στην Κρυφόβρυση για να ξεδιψάνε τα γιδοπρόβατα και ως φαίνεται, κανένας δεν θα τα αντικαταστήσει

 

 Το μόνο υλικό που πρόσφερε ο τόπος για να βοηθήσει τους τσοπάνηδες ήταν οι πέτρες κι αυτοί τις χρησιμοποίησαν με το καλύτερο που μπορούσαν τρόπο.

 Πέρασαν τα χρόνια που κάποιοι άνθρωποι μπορούσαν να φτιάξουν με απλές πέτρες μοναδικά κτίσματα και ως φαίνεται κανένας δεν θα βρεθεί να κάνει πάλι το ίδιο.

 

 Οι κατακτητές του Πέρα Κάστρου: Από αριστερά, Γιάννης Αναστασίου, Παναγιώτης Γιαννούχος, Δημήτρης και Θύμιος Βλαχοδήμος και πίσω, Κώστας Μυλωνάς και Παναγιώτης Χαμπέρης.

 

 Πίσω από την παρέα των κατακτητών υψώνεται η κορυφή του Πέρα Κάστρου που μέχρι σήμερα κανένας άνθρωπος, σε καμιά εποχή δεν τόλμησε να την πατήσει…

 

Το πώς έφτασε στην πλαγιά του Πέρα Κάστρου ο σπόρος που γέννησε αυτό το φοβισμένο ελατάκι, σίγουρα κάποιο πουλί θα φέρει την ευθύνη της μεταφοράς. 

 

 Το βουνό είχε τα κέφια του και έφτιαξε ένα γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι νεράιδες και να τρέχουν τα μαγεμένα άλογα στον πανέμορφο Πάνω Νεραϊδότοπο

 

 Όπως είναι ανεπτυγμένοι στην πλαγιά ο Μεσαίος και ο Κάτω Νεραϊδότοπος, μοιάζουν με χωράφια που παράτησαν οι καλλιεργητές τους και γέμισαν χορτάρια.

 

 Σε ένα τέτοιο ταμπουράκι, τις νύχτες που έβρεχε ο γαλαξίας αστέρια πρέπει να ακούστηκαν τα πρώτα λόγια για τις νεράϊδες που χόρευαν στους νεραιδότοπους.

 

 Πότε έβαλαν το πρώτο λιθάρι στα θεμέλια αυτών των πέτρινων καλυβόσπιτων οι παλιοί Κοθωνιάτες στη Χούνη, κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει

 

 [ Επιστροφή ]